Όταν παραβιάζεται από την Τράπεζα η βαρύνουσα αυτήν υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας σχετικού Γενικού Όρου Συναλλαγής, αυτό επηρεάζει και τις Διαταγές Πληρωμής οι οποίες προσβάλλονται με ανακοπή και αναστολή, με μεγάλη πιθανότητα πλήρους απόρριψής τους, υπέρ του δανειολήπτη ειδικά όταν είναι σε οικονομικά δυσμενή θέση, αλλά καλόπιστος, δηλ. έχει δώσει τα προηγούμενα χρόνια δείγματα συνεπούς και συνεργάσιμου οφειλέτη, έχοντας αποπληρώσει πλήρως και εμπροθέσμως έτερο δάνειο ή αν κάνει μικρές καταβολές ακόμα κι αν αυτές δεν επαρκούν για την εξόφληση της εκάστοτε μηνιαίας δόσης.
Από το πλήθος των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται τον τελευταίο καιρό, συνάγεται ότι οι τράπεζες αν και είναι ενήμερες για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της ΑΠ 1219/01 και άρα την ακυρότητα των ΓΟΣ που περιέχουν οι συμβάσεις τους, παρ΄ όλα αυτά κατά την πάγια πρακτική τους επιβάλουν στους δανειολήπτες τους άκυρους ΓΟΣ, εκμεταλλευόμενες προς τούτο την οικονομική ανάγκη και απειρία τους περί τα νομικά, με αποτέλεσμα να συνάπτονται οι – με φανερή δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής – επίδικες συμβάσεις και να υποστούν οι δανειολήπτες υπέρμετρη σε σχέση με την παροχή περιουσιακή βλάβη.
Οι καταχρηστικοί και άκυροι κατά συνέπεια ΓΟΣ αφορούν κυρίως τα επιτόκια των δανείων. Σύμφωνα δε με την 5 ΠΔ/ΤΕ υπ’ αριθ. 2286/28-1-1994 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 1 του Ν. 1266/1982 σχετικώς με τα καταναλωτικά δάνεια και τα χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών πιστωτικών δελτίων, τα επιτόκια καθορίζονται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που τυχόν ισχύουν. Τα τραπεζικά επιτόκια είναι σήμερα κατά κανόνα ελευθέρως διαπραγματεύσιμα και το ισχύον γι’ αυτά καθεστώς δεν συνοδεύεται από τη θέσπιση ανωτάτων ορίων.
Η επέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται στη ρύθμιση των εξωτραπεζικών μόνο επιτοκίων. Εξάλλου τα εξωτραπεζικά επιτόκια παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές δεν παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και να αφορούν και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεση τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Έτσι, η συμφωνία για επιτόκια που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια δεν παύει να απαγορεύεται από το νόμο (ΑΚ 281).
Ενόψει των ανωτέρω, γενικός όρος που επιτρέπει στην τράπεζα να καθορίζει εκάστοτε συμβατικό τόκο με τον οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων (καταβολών σε δόσεις) είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυροςλόγω αντιθέσεως του στο άρθ. 2 παρ. 7 περ. ια του Ν. 2251/1994, όταν δεν καθορίζονται κριτήρια ειδικά εκ των προτέρων και εύλογα για τον καταναλωτή – πελάτη.
Ένας τέτοιος όρος εμφανίζει αοριστία, αφού επιτρέπει στην προμηθεύτρια κατά την έννοια του νόμου Τράπεζα να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό τόκο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή – πελάτη κριτήρια ειδικά και εύλογα, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσεως με την τράπεζα.
Παραβιάζεται έτσι από την Τράπεζα η βαρύνουσα αυτήν υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας του σχετικού Γενικού Όρου Συναλλαγής,
Αποτέλεσμα όλης αυτής της πρακτικής είναι οι ανακοπές και οι αναστολές κατά των Διαταγών Πληρωμής να γίνονται δεκτές από τα Δικαστήρια ιδιαίτερα αν συντρέχουν οι ακόλουθοι λόγοι:
α) Αν η Διαταγή Πληρωμής εκδόθηκε μη νομίμως, στηριζομένη σε σύμβασηστην οποία εμπεριέχονται άκυροι Γενικοί Όροι Συναλλαγών
β) Όταν δεδομένης της φύσεως των ΓΟΣ, οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμένοι, πολύ περισσότερο δε για αυτούς που προδιατυπώνουν οι τράπεζες, καθίσταται σαφές, ότι οι τράπεζες αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο, μη επιδεχόμενων επ’ αυτού καμίας διαπραγμάτευσης και συνεπώς όταν συνάγεται με βεβαιότητα ότι η εκάστοτε τράπεζα δεν θα είχε επιχειρήσει τη σύναψη της σύμβασης χωρίς το άκυρο μέρος. Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά – ιδίως η τράπεζα – απέβλεπε σ’ αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο (άρθρ. 181 Α.Κ),
γ) Εφ’΄σον ενυπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1219/2000, 1127/2005 και 819/2013) δεσμεύον την τράπεζα ως μέλος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (άρθ. 76 παρ. 1. 83, 321. 322, 324, 325, 329 και 331. 699 ΚΠολΔ, ΦΕΚ Β’ 1646/14.08.2008, Λήψη απόφασης επί της υπ’ αριθμ. 294/16.1.2007 Εισήγησης της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, ΑΠ 516/75 ΝοΒ 23/1258, και άρθ.10 παρ. 20 Ν. 3587/2007 «περί προστασίας Καταναλωτών»),
δ)Αν εξεδόθη κατά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (άρθ. 281 ΑΚ) εκ μέρους της τράπεζας η οποία εγνώριζε την καταχρηστικότητα αυτή,
ε)Συνήθως η αναγραφή επί της σύμβασης ότι η μη αμφισβήτηση της οφειλής εντός 30 ημερών από την λήψη του μηνιαίου λογαριασμού θεωρείται ως ανεπιφύλακτη αποδοχή, αποτελεί πλασματική αναγνώριση χρέους (άρθ. ΑΚ 873), που συνιστά άκυρη δικαιοπραξία ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (άρθ. 178 και 179 ΑΚ).
στ) Αν το αμφισβητούμενο ποσό τυγχάνει μη εκκαθαρισμένο, και βέβαιο διότι διαμορφώθηκε χωρίς τον αυτεπάγγελτο επανακαθορισμό της απαίτησης της τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 924 Κ. ΠολΔ και 39 παρ. 1 και 2 του Ν. 3259/4-8-2004 (ΦΕΚ 149 Α74-8-2004) που ορίζει ότι «..1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου»,
Εφ’οσον συντρέχουν όλες ή κάποιες από τις ανωτέρω προϋποθέσεις και εφ’όσον αποδειχθεί και η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη και ανεπανόρθωτη βλάβη στην περιουσία του, η εκτέλεση τέτοιων Διαταγών Πληρωμής αρχικώς αναστέλλεται και στην πορεία με την συζήτηση της ανακοπής που είναι μεταγενέστερη δικαστική πράξη απορρίπτονται.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡ. ΜΗΛΙΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΠΑΡ’ΕΦΕΤΑΙΣ ΑΘΗΝΩΝ
Τηλ. 6945-028153
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε., Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
www.legalaction.gr, fb: Αναστασία Μήλιου
Πηγή: curia.gr
Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*
Τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης έχουν προκύψει περισσότερα προβλήματα με τις μισθώσεις από ό,τι στο παρελθόν. Η αδυναμία του μισθωτή να πληρώνει το μίσθωμα, η λήξη της μίσθωσης, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την μισθωτική σχέση δεν είναι γνωστά και κατανοητά σε όλους.
Πολύ περιληπτικά θα αναφέρουμε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκμισθωτών και μισθωτών τόσο στην μίσθωση κατοικίας όσο και στην επαγγελματική μίσθωση
Η μίσθωση κατοικίας ισχύει τουλάχιστον για τρία χρόνια και αν ακόμα έχει συμφωνηθεί μικρότερος ή αόριστος χρόνος. Αν ο χρόνος που αναγράφεται στο μισθωτήριο έχει καθοριστεί μικρότερος της τριετίας και δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος, για τον υπόλοιπο χρόνο, μέχρι συμπληρώσεως της 3-ετίας, το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του τιμαρίθμου του κόστους ζωής που δίνει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες. Στην πράξη λόγω της οικονομικής κρίσης, τα τελευταία χρόνια, το μίσθωμα παραμένει σταθερό καθ’όλη την διάρκεια της μίσθωσης ενώ σε άλλες περιπτώσεις μειώνεται. Ο ιδιοκτήτης έχει την υποχρέωση να παραδώσει στον ενοικιαστή την κατοικία κατάλληλη για τη χρήση που συμφωνήθηκε και να την διατηρεί κατάλληλα κατά τη μίσθωση, επιβαρυνόμενος με τα έξοδα επισκευής των βασικών λειτουργιών της κατοικίας. Η εγγύηση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από δύο μισθώματα. Ο ιδιοκτήτης φέρει τα βάρη του μισθίου, πχ επιβαρύνεται με τους φόρους του ακινητου και τα έξοδα αυτού, αποδίδοντας στον ενοικιαστή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο. Ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές στο μίσθιο που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Η καθυστέρηση καταβολής των δαπανών κοινοχρήστων λογίζεται σαν καθυστέρηση μισθώματος και μπορεί να προκαλέσει καταγγελία της μίσθωσης από μέρους του εκμισθωτή. Η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει μόλις περάσει το διάστημα αυτό, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Θεωρείται ότι ανανεώνεται για αόριστο χρόνο όταν, μετά την παρέλευση του συμφωνημένου με το μισθωτήριο συμβόλαιο χρόνου, ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την κατοικία και ο εκμισθωτής δεν εναντιώνεται. Όταν η μίσθωση μετατραπεί σε αόριστης διάρκειας, μετά την παρέλευση της τριετίας, λήγει με καταγγελία του ιδιοκτήτη ή του ενοικιαστή, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να αποχωρήσει πριν από τη λήξη του μισθωτηρίου συμβολαίου. Σε περίπτωση που θελήσει να φύγει είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τα μισθώματα που υπολείπονται, κάτι που μπορεί να απαιτήσει και ο εκμισθωτής με αγωγή. Ο μισθωτής δεν υποχρεούται στην καταβολη των μισθωμάτων αν αποδείξει δικαστικά ή εξώδικα ότι δεν του παραχωρήθηκε η χρήση ή του αφαιρέθηκε αργότερα, ότι η χρήση του μισθίου συνεπάγεται σπουδαίο κίνδυνο της υγείας του ιδιου ή των συνοικούντων οικείων του), εάν είναι δημόσιος υπάλληλος και μετατεθεί και γενικά αν επικαλεστεί σπουδαίο λόγο ή σοβαρή παράβαση του εκμισθωτή.
Στις νέες επαγγελματικές μισθώσεις η διάρκειά τους καθορίζεται κατ΄ αρχήν ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους. Αν συμφωνηθεί χρόνος μεγαλύτερος από την τριετία, ισχύει ο μεγαλύτερος, υποχρεωτικά και για τις δύο πλευρές. Αν όμως συμφωνηθεί μικρότερος από την τριετία, ή δεν συμφωνηθεί συγκεκριμένη διάρκεια (μίσθωση αορίστου χρόνου), τότε ισχύει η ελάχιστη τριετής διάρκεια που δεσμεύει και τα δύο μέρη. Τα μέρη θα έχουν την απόλυτη ευχέρεια να διαπραγματεύονται και να συμφωνούν διαφοροποιημένο χρόνο δέσμευσης, ανάλογα με τις ανάγκες τους, όχι όμως μικρότερο από την τριετία. Θα είναι δηλαδή συνήθεις στην πράξη και απόλυτα έγκυρες οι μισθώσεις με μεγάλη συμβατική διάρκεια υπέρ του μισθωτή, αλλά με δέσμευσή του να παραμείνει στο μίσθιο μόνον για μια 3ετία.
Οι νέες μισθώσεις θα μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Η καταγγελία τους από τον εκμισθωτή ή το μισθωτή, μετά τη λήξη του συμβατικού τους χρόνου, ή της νόμιμης τριετίας αν ο συμβατικός χρόνος είναι μικρότερος, γίνεται εγγράφως και η μίσθωση λύνεται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της. Στις νέες μισθώσεις δεν έχουν εφαρμογή οι παλαιές διατάξεις περί διάρκειας, ιδιόχρησης, ανοικοδόμησης, αποζημίωσης άυλης εμπορικής αξίας κλπ.
Στις ήδη υπάρχουσες μισθώσεις δεν θίγεται το δικαίωμα του μισθωτή για 12ετή παραμονή στο μίσθιο, αν η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη, ούτε φυσικά στις μισθώσεις με μεγαλύτερη συμβατική διάρκεια. Όμως κατά τη λήξη της 12ετίας δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση του εκμισθωτή να καταβάλει αποζημίωση 24 μηνιαίων μισθωμάτων, ούτε και ισχύει πλέον η 4ετής αυτόματη παράταση της διάρκειάς της.
Οι υπάρχουσες μισθώσεις μπορούν να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Μετά τη λήξη τους οι μισθώσεις αυτές μπορούν να καταγγελθούν ελεύθερα από τον εκμισθωτή ή το μισθωτή, δηλαδή, αν πρόκειται για τη συνήθη περίπτωση μισθώματος που έχει οριστεί να καταβάλλεται κατά μήνα, τουλάχιστον πριν από 15 ημέρες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα. Μονομερής καταγγελία τους από το μισθωτή γίνεται με τις ως τώρα ισχύουσες προϋποθέσεις (δηλαδή μετά έτος από την έναρξη, με τρίμηνη προειδοποίηση και αποζημίωση του εκμισθωτή με ένα μηνιαίο μίσθωμα).
Η προθεσμία για την καταγγελία ιδιόχρησης/ανοικοδόμησης είναι μετά 9-18 μήνες, αντί 18-30 που ίσχυε με το παλιό καθεστώς.
Η αποζημίωση για την ιδιόχρηση ανέρχεται σε 8-15 μισθώματα και σε 15-20 για όμοια επιχείρηση. Για την ανοικοδόμηση είναι 6-9 μισθώματα. Παραμένουν όμως οι αυστηρότατες συνέπειες σε όσους εκμισθωτές καταγγείλουν τις μισθώσεις, αλλά μετά αθετήσουν τις νόμιμες δεσμεύσεις τους
Σε περίπτωση μη πληρωμής των μισθωμάτων ή καθυστέρησης της καταβολής, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση, να ζητήσει τα οφειλόμενα μισθώματα και να αποβάλει τον μισθωτή από το μίσθιο.
Η διαδικασία έξωσης ξεκινάει με εξώδικη προειδοποίηση και μετά την πα΄ροδο 15 ημέρων από την κοινοποίηση του εξωδίκου και την μη εξόφληση των οφειλομένων, ο εκμισθωτής μπορεί να αιτηθεί την εκδοση δγης αποδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων.
Η διαδικασία είναι σύντομη και αν εντός 15 ημερών ο μισθωτής δεν προβεί σε ανακοπή ξεκινά η διαδικασία της έξωσης του με δικαστικό επιμελητή.
Αναστασία Χρ. Μήλιου Δικηγόρος παρ’ Εφέταις Αθηνών, Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή, Τηλ. 213-0338950, 6945-028153 e-mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε., www.legalaction.gr fb: Αναστασία Μήλιου.
Πηγή: curia.gr
Νέα απόφαση του ΕΔΑΔ, δημιουργεί νέα δεδομένα στο χώρο εργασίας.
Σύμφωνα με νέα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΕΔΑΔ) οι εργοδότες μπορούν να διαβάσουν την αλληλογραφία των εργαζομένων, όταν αυτή αποστέλλεται μέσω chat λογισμικού και email, κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας τους.
Η υπόθεση έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μετά από προσφυγή του Bogdan Mihai Barbulescu, το 2008, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η απόφαση απόλυσής του βασίστηκε σε στοιχεία που απέκτησε ο εργοδότης του, παραβιάζοντας τα προσωπικά του δεδομένα και το απόρρητο της αλληλογραφίας του, αφού απέκτησε πρόσβαση σε αυτήν. Ο B. Barbulescu, ως υπεύθυνος πωλήσεων στη συγκεκριμένη εταιρεία, από το 2004 έως το 2007, άνοιξε λογαριασμό στο Yahoo Messenger κατόπιν υπόδειξης του εργοδότη του, ώστε να απαντά στις απορίες των πελατών. Τον Ιούλιο του 2007, ενημερώθηκε ότι η εταιρεία παρακολουθούσε τις συνομιλίες του και τον κατηγόρησε ότι είχε παραβιάσει τους κανονισμούς της, αφού χρησιμοποιούσε το chat και για προσωπική του χρήση.
Στην εν λόγω περίπτωση, ο εργαζόμενος, ήλπιζε ότι το δικαστήριο θα αποφανθεί ότι ο εργοδότης του είχε παραβιάσει το δικαίωμά του στο απόρρητο της αλληλογραφίας του.
Σύμφωνα όμως με τους Δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε αυτή την περίπτωση ο εργαζόμενος παραβιάζει τους κανόνες της εταιρείας του και συνεπώς ο εργοδότης του έχει το δικαίωμα πρόσβασης και ελέγχου των σχετικών δραστηριοτήτων.
Ειδικότερα, με την απόφαση [Link] του Δικαστηρίου το αίτημα του Ρουμάνου υπαλλήλου απερρίφθη καθώς δεν είναι "παράλογο ο εργοδότης να θέλει να εξακριβώσει αν οι εργαζόμενοι ολοκληρώνουν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας".
"Ο εργοδότης ενήργησε εντός των πειθαρχικών εξουσιών του, καθώς, όπως διαπιστώθηκε και στα εθνικά δικαστήρια, απέκτησε πρόσβαση στο λογαριασμό Yahoo Messenger πεπεισμένος ότι οι εν λόγω πληροφορίες είχαν σχέση με την επαγγελματική δραστηριότητα και ότι, επομένως, η πρόσβαση αυτή ήταν νόμιμη. Το δικαστήριο δεν βλέπει το λόγο να αμφισβητήσει τις διαπιστώσεις αυτές."
Πηγή: LawNet.gr
Με λουκέτο προειδοποιεί η διοίκηση του Επικουρικού Κεφαλαίου, λόγω των ελλειμμάτων ύψους 500 εκατ. ευρώ, αλλά και την αλλαγή του καθεστώτος των εκκαθαρίσεων, που αποκλείει τον φορέα από τη δυνατότητα να συνδιαχειρίζεται μαζί με τον εκκαθαριστή την περιουσία των εταιρειών που κλείνουν. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι ο φορέας που αποζημιώνει όσους είναι θύματα τροχαίου με ανασφάλιστα οχήματα, αλλά και όσους ήταν ασφαλισμένοι σε εταιρείες των οποίων ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας τους. Για να πληρώνει τις αποζημιώσεις των ασφαλισμένων, ρευστοποιεί την περιουσία των εταιρειών που κλείνουν και επιπλέον εισπράττει κάθε χρόνο ένα ποσοστό από τον τζίρο των ασφαλίστρων του κλάδου αυτοκινήτου. Οπως εξηγεί ο πρόεδρος του Επικουρικού Κεφαλαίου, κ. Δημήτρης Ζορμπάς, το υπέρογκο έλλειμμα των 500 εκατ. ευρώ που βαρύνει τον φορέα οφείλεται στα διαδοχικά λουκέτα σε ασφαλιστικές εταιρείες που έχουν υπάρξει τα τελευταία χρόνια στην ελληνική ασφαλιστική αγορά. Κυρίως όμως οφείλεται στο ιδιότυπο καθεστώς λειτουργίας του φορέα, που τον υποχρεώνει να καλύπτει καθολικά και χωρίς όριο τις απαιτήσεις ασφαλισμένων από εταιρείες που έκλεισαν, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών, όπου η αποζημίωση υπόκειται σε ένα ανώτατο όριο. Αποτέλεσμα αυτής της χρόνιας στρέβλωσης είναι η σημερινή αδυναμία καταβολής αποζημίωσης στους δικαιούχους, οι οποίοι θα πρέπει πλέον να περιμένουν τρία χρόνια προκειμένου να λάβουν τα χρήματα που δικαιούνται, ακόμη και αν είναι θύματα από τροχαίο με ανασφάλιστο όχημα. Θρυαλλίδα στο πρόβλημα, σύμφωνα με τον κ. Ζορμπά είναι η προωθούμενη διάταξη στο νομοσχέδιο για την προσαρμογή της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς στην οδηγία για τη Φερεγγυότητα, η οποία αλλάζει το καθεστώς των εκκαθαρίσεων και αποκλείει το Επικουρικό Κεφάλαιο από τη διαχείριση της περιουσίας μιας ασφαλιστικής εταιρείας όταν αυτή κλείνει. Με βάση σχετική διάταξη, η περιουσία θα περνά πλέον εξ ολοκλήρου στον εκκαθαριστή και το Επικουρικό Κεφάλαιο θα εγγράφεται στη σειρά όσων πρέπει να αναγγείλουν απαιτήσεις, δηλαδή χρήματα από το προϊόν της εκκαθάρισης. Η αλλαγή στο δικαίωμα που έχει το Επικουρικό Κεφάλαιο στη διαχείριση της περιουσίας επέρχεται χωρίς ο φορέας να απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποζημιώνει και μάλιστα στο ακέραιο τους ασφαλισμένους. Η εξέλιξη αυτή σύμφωνα με τη διοίκηση, οδηγεί νομοτελειακά στην πλήρη κατάρρευση του φορέα και στην οριστική αδυναμία του να καλύψει τα θύματα από τροχαία με ανασφάλιστα οχήματα, που είναι η βασική κάλυψη των εγγυητικών σχημάτων στην Ευρώπη.
Πηγή: Η Καθημερινή
ΑΠ 1268/2015 (πολ.)
Αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίσθηκε ολικώς ή εν μέρει η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ’ ένσταση προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτού για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλλει το μίσθωμα για όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσεως του μισθίου από το ελάττωμα. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσεως του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγορεύσεως της χρήσεως από δημόσια Αρχή ή λόγω αδυναμίας χορηγήσεως της απαιτουμένης άδειας δημοσίας Αρχής. Αδυναμία εκδόσεως εγκατάστασης "ηπίων και ανανεωσίμων μορφών ενέργειας" και ως εκ τούτου παρεμπόδιση της χρήσεως του μισθίου, μέχρι τη διευθέτηση του θέματος χαρακτηρισμού της επίδικης έκτασης και της εξ αυτού προκύψασας αντιδικίας μεταξύ της ΚΕΔ και της Διεύθυνσης Δασών, η άδεια της οποίας (Διεύθυνσης Δασών) ήταν προαπαιτούμενο για την έκδοση της άδειας εγκατάστασης.
Xριστουγεννιάτικη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου εξέδωσε η κυβέρνηση (ΦΕΚ Α' 182/24-12-2015) με τίτλο «Ρύθμιση κατεπειγόντων θεμάτων των Υπουργείων Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υγείας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Οικονομικών». Με το άρθρο 22 της ΠΝΠ μετατίθεται στην 1.2.2016 (από 1.12.2015 που ίσχυε) η έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρ. 2 και της περ. α' της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4337/2015, με τις οποίες τροποποιούνται οι παρ. 5 και 6 του άρθρου 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), σχετικά με την επιβολή διασφαλιστικών μέτρων του δημόσιου συμφέροντος και καταργείται η παρ. 1 του άρθρου 55 του ίδιου Κώδικα σχετικά με τις παραβάσεις φοροδιαφυγής. Δείτε την ΠΝΠ εδώ
Πηγή: LegalNews24.gr
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, το Δικηγορικό Γραφείο Αλέξης Αλεξόπουλος κέρδισε την πρώτη απόφαση Πανελλήνια που καθιστά άκυρα τα δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, το Δικηγορικό Γραφείο Αλέξης Αλεξόπουλος κέρδισε την πρώτη απόφαση Πανελλήνια που καθιστά άκυρα τα δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο (CHF). Ειδικότερα, με την υπ' αριθμό 3789/20-11-2015 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έκρινε:
- Για πρώτη φορά έκρινε άκυρες τόσο την αρχική δανειακή σύμβαση που συνήψαν δανειολήπτες με την Τράπεζα Milennium όσο και τις τροποποιητικές πρόσθετες πράξεις (ρυθμίσεις) μειωμένης δόσης που υπέγραψαν οι δανειολήπτες αργότερα, καθώς και τις σχετικές συμβάσεις εγγύησης.
- Για πρώτη φορά έκρινε ότι η εν λόγω τράπεζα παρανομούσε βάζοντας καταχρηστικούς όρους στις δανειακές συμβάσεις και γι' αυτό το λόγο είναι άκυρες.
- Για πρώτη φορά έκρινε ότι η προσφυγή για ακύρωση δανειακής σύμβασης πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα (In Concreto) για κάθε περίπτωση δανειολήπτη και ανάλογα με τις ειδικές κάθε φορά συνθήκες,
- Για πρώτη φορά έκρινε ότι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες τους κινδύνους του επενδυτικού προϊόντος που ανελάμβαναν με την σύμβαση παρόλο που ήταν απόφοιτοι ΑΕΙ και ο ένας από αυτούς ήταν μάλιστα και δημοσιογράφος. Το μορφωτικό επίπεδο των δανειοληπτών δεν ελήφθη υπόψιν ως στοιχείο αρνητικό.
Συμπερασματικά, η ανωτέρω είναι η πρώτη απόφαση Πανελλαδικά που επιτυγχάνει εξαφάνιση της δανειακής σύμβασης και όχι μείωση της τρέχουσας τοκοχρεωλυτικής δόσης υπολογιζόμενης με τη συναλλαγματική της ισοτιμία εκταμίευσης. Συνεπώς, το συγκεκριμένο δάνειο, δεν υφίσταται !
Πηγή: LawNet.gr
Η έγκαιρη και έγκυρη νομική βοήθεια αποφέρει τα ίδια αποτελέσματα με την αντίστοιχη ιατρική βοήθεια: Μπορεί να σας διαφυλάξει από δυσάρεστες καταστάσεις και διόγκωση του προβλήματος σας.
Στο σταθερό και κινητό τηλέφωνο ή στο e-mail είμαστε στη διάθεσή σας να μοιραστούμε το ζήτημα σας, παρέχοντας την κατάλληλη νομική υποστήριξη με έμπειρους και εξειδικευμένους συνεργάτες.
Στείλτε μας ένα email με συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης σας και θα λάβετε απάντηση από το συνεργάτη που θα αναλάβει τη διεκπεραίωσή της.