Super User

Super User

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014 17:16

Ο φασισμός ως αντίδοτο στο ρατσισμό;

κατάλογοςΕγχείρημα καταδικασμένο όχι μόνο να αποτύχει, αλλά θα τροφοδοτήσει περαιτέρω εντάσεις στην κοινωνία..
"Δεν πιστεύω ούτε μια λέξη από όσα λες, αλλά θα υπερασπίζομαι και με τη ζωή μου ακόμα το δικαίωμα σου ελεύθερα να λες όσα πιστεύεις"
Αυτή η σοφή και αξεπέραστη ρήση του Βολταίρου, δίνει μια σύντομη αλλά ξεκάθαρη απάντηση στο δικαίωμα έκφρασης, όποιο κι αν είναι αυτό.
Καμιά άποψη στο εδώλιο του κατηγορουμένου, κανένα βιβλίο στην πυρά.
Το κυνήγι μαγισσών πρέπει να σταματήσει. Ο πνευματικός μεσαίωνας πρέπει να ξεπεραστεί ανεπιστρεπτί.
Η Ιστορία αναδεικνύεται μονάχα με έρευνα και αντικειμενική προσέγγιση και όχι με αφορισμούς και λογοκρισία.
Τι νόημα έχει άλλωστε η επιβολή μιας ιστορικής αλήθειας με την μέγγενη της ποινικής καταδίκης και όχι με την πειθώ των ιστορικών επιχειρημάτων;
Η ποινική καταδίκη απόψεων και φρονημάτων θα ανοίξει και πάλι το μελανό κεφάλαιο της ιστορίας των πολιτικών διώξεων.
Ο ρατσισμός δεν θα υποχωρήσει με πολιτικό ρατσισμό. Η δημοκρατία δεν θα διασωθεί με τη φασιστική επιβολή του σεβασμού της.
Η ποινικοποίηση της ρατσιστικής ιδεολογίας θα σημαίνει ουσιαστικά την επικράτηση της, την επικράτηση της "καθαρής άποψης" έναντι της ανεκτικότητας στη διαφορά.
Η ρατσιστική βία, με κάθε μορφή, είναι η πραγματική απειλή και σε αυτήν και μόνο αυτήν οφείλει να εστιάσει η κοινωνία όλες τις προσπάθειες για εξάλειψη της με κάθε μέσο, πρωτίστως βέβαια μέσω της Παιδείας, αφού η καταστολή από μόνη της δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα.
ΥΓ Σκεφτείτε την επιβολή Νόμου στην Τουρκία που να ποινικοποιεί την άποψη ότι υπήρξε γενοκτονία των Ποντίων και Αρμενίων από το κίνημα των Νεότουρκων. Που μπορεί να οδηγήσει όλη αυτή η μεθόδευση;
ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΥΜΠΟΥΛΙΔΗΣ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΒΕΡΟΙΑΣ
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014 17:09

Χρυσάνθη Ακρίτα

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Αποφοίτησε από το 4ο Λύκειο Καλαμαριάς.
Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Κάτοχος μεταπτυχιακού στο Δημόσιο Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, Droit Public Général -Université de Strasbourg.
Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά και Τούρκικα.
Δικηγόρος παρά Πρωτοδίκαις.
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ImageProxy.mvc   Τι και αν σταμάτησαν (;) οι διορισμοί στο Δημόσιο; Το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν θα μείνει ποτέ ανεπάγγελτο και προπάντων αδιάφορο έναντι της εκλογικής του πελατείας που μη έχοντας τι άλλο να ανταλλάξει με την πολυπόθητη ψήφο, θεωρεί πλέον επιτυχία τη μετάθεση κάποιου φαντάρου ή το σβήσιμο κλήσεων και παρεπόμενων ποινών για παραβάσεις του ΚΟΚ.
   Έτσι η χρήση κινητού εν ώρα οδήγησης (ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω), στη χειρότερη περίπτωση στέλνει τους άτυχους παραβάτες κατευθείαν στα δημόσια ταμεία για την καταβολή του 50% του προστίμου και αμέσως μετά, με τη σχετική απόδειξη πληρωμής ανά χείρας, στο οικείο πολιτικό γραφείο για αποφυγή της δίμηνης αφαίρεσης διπλώματος που συνοδεύει το πρόστιμο. Στην καλύτερη περίπτωση, αμφότερα, κλήση και αφαίρεση διπλώματος, γίνονται «γαργάρα» προς τέρψιν του παραβάτη αλλά και του συστήματος που με αυτό τον τρόπο επιβεβαιώνει τη χρησιμότητά του.
   Δεν σκέφτονται έτσι σε άλλες χώρες με παράδοση σεβασμού έναντι του νόμου και των αρχών. Ο Δήμος Παρισίων αποφεύγει να βλέπει ως «τζάκποτ» τον πρώτο άτυχο ιδιοκτήτη ΙΧΕ που συλλαμβάνεται να έχει παρκάρει παράνομα εντός των ορίων του, αρκούμενος στην περίπτωση αυτή σε ένα πενιχρό πρόστιμο ύψους 20€. Για την ίδια παράβαση ο Δήμος Αθηναίων χρεώνει 80€, δηλ. τέσσερις φορές επάνω. Η διαφορά είναι ότι ο Δήμος Παρισίων βεβαιώνει την είσπραξη των 20€ στα ταμεία του, ενώ ο Δήμος Αθηναίων δεν την πιστώνεται ποτέ.
   Στη Γερμανία από τους τρεις πρώτους μήνες του 2014 περίπου 13.000  φορολογούμενοι κατήγγειλαν εαυτούς έναντι των αρχών, επειδή «απέτυχαν» να δηλώσουν τα πραγματικά τους εισοδήματα. Δεν τους κατέλαβαν ξαφνικά τύψεις ή κάποιο σύνδρομο ενοχής. Τους σόκαρε το αποτέλεσμα της δίκης του πρώην προέδρου της Μπάγερν Μονάχου, Ούλι Χένες ο οποίος καταδικάστηκε σε τριάμισι χρόνια  φυλάκιση χωρίς αναστολή επειδή απέκρυψε φόρους ύψους 28,5 εκ. ευρώ μέσω μυστικού λογαριασμού σε ελβετική τράπεζα.
   Η υψηλή δημοσιότητα και η δημόσια διαπόμπευση ενός από τους δημοφιλέστερους ποδοσφαιρικούς παράγοντες της χώρας και προσωπικού φίλου της καγκελαρίου Μέρκελ λειτούργησε αποτρεπτικά για χιλιάδες Γερμανούς οι οποίοι, με παρόμοιο τρόπο, πάρκαραν τα χρήματά τους στην Ελβετία για να μην φορολογηθούν στη Γερμανία.
   Το κύμα φορολογικής κάθαρσης που σαρώνει τη Γερμανία -μια χώρα που αποτελείται από πολίτες που θεωρούνται υπόδειγμα ευταξίας έναντι των αρχών- δεν είναι τυχαίο.  Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία οι φοροφυγάδες μπορούν να αποφύγουν τις βαριές ποινές που προβλέπει ο νόμος εάν καταφύγουν εθελοντικά στις αρχές και βεβαίως πριν εκείνες κινηθούν πρώτες εναντίον τους. Ο Χανς Άιχελ ωστόσο, ο Σοσιαλδημοκράτης πολιτικός που πρώτος θέσπισε τη φορολογική αμνηστία
δίνοντας τη δυνατότητα στους φοροφυγάδες να παραμείνουν φορολογικά καθαροί καταβάλλοντας ένα μέρος μόνο των φόρων που τους αναλογούσαν, απέτυχε οικτρά να συνετίσει τους Γερμανούς.
   Ο λόγος που απέτυχε η φορολογική αμνηστία του Άιχελ στη Γερμανία είναι ο ίδιος που οδήγησε τον Τσοχατζόπουλο να κρατάει στο ημερολόγιό του λεπτομερείς σημειώσεις για να βρίσκει άκρη με τις off-shore που είχε στήσει ανά τον κόσμο: Όσο σίγουροι ήταν οι Γερμανοί για το απόρρητο των ελβετικών τραπεζών τόσο σίγουρος ήταν και ο Τσοχατζόπουλος για τον απόλυτο έλεγχο που ασκούσε στο κράτος, ώστε να πιστεύει ότι δεν χρειαζόταν να παίρνει ούτε καν τις στοιχειώδεις προφυλάξεις.
   Τελικά, η Ελβετία αποφάσισε διά νόμου να αλλάξει πολιτική θέλοντας να αποδιώξει από πάνω της την εικόνα του φορολογικού παραδείσου, ο Τσοχατζόπουλος φάνηκε ότι υπερεκτίμησε την αναγωγή της ρήσης του βασιλιά Λουδοβίκου ΧΙV (L’État, c’est moi) στον εαυτό του και οι Γερμανοί φοροφυγάδες, υπό την απειλή των υψηλών προστίμων και του περιορισμού της προσωπικής τους ελευθερίας που επισείει η πιθανότητα να βρεθεί το όνομά τους σε διάφορες λίστες CD’s αντίστοιχες της «Λίστας Λαγκάρντ», σπεύδουν κατά χιλιάδες να αυτοκαταγγελθούν αποδεικνύοντας περίτρανα ότι οι άνθρωποι δεν διαχωρίζονται σε «καλούς» και «κακούς» φορολογούμενους από τη φυλή ή το DNA τους, αλλά από το πόσο κοντά νιώθουν την καυτή ανάσα της βεβαιότητας -και όχι της αυστηρότητας- της ποινής.

Αντώνης Καρατζάς
Δικηγόρος, ΜΒΑ
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Πηγή: http://www.nb.org

untitledΗ Ολομέλεια ακύρωσε τη σχετική απόφαση της διυπουργικής, καθώς η ιδιωτικοποίηση καθιστά αβέβαιη την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.  

Της Κατερίνας Κατή

Με απόφασή της, που αποτελεί πρόκριμα και για την τύχη της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΑΘ, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνοντας ότι το Σύνταγμα δεν επιτρέπει την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ, ακύρωσε την από 25.4.2012 απόφαση της διυπουργικής επιτροπής αναδιαρθρώσεων και αποκρατικοποιήσεων, κατά το σκέλος εκείνο που μεταβιβάζεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ το 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ.

Σύμφωνα με τους συμβούλους Επικρατείας, που έκαναν δεκτή την αίτηση κατοίκων της Αθήνας που ζητούσαν να ακυρωθεί η κυβερνητική απόφαση με την οποία μεταβιβάστηκε χωρίς αντάλλαγμα από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ το 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου (36.245.240 μετοχές) της ΕΥΔΑΠ, η μετατροπή της σε ιδιωτική επιχείρηση είναι αντίθετη στα άρθρα 5 και 21 του Συντάγματος, που επιβάλλουν τη μέριμνα του κράτους για την υγεία των πολιτών, αλλά και κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην προστασία της υγείας.

«Η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας κι αυτό ισχύει και προκειμένου περί των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, τις οποίες δύναται να παρέχει μια δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί υπό νομικό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ως Ανώνυμη Εταιρεία», αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης.

Ομως, ο χαρακτήρας της δημόσιας επιχείρησης -τονίζεται- «αναιρείται στην περίπτωση της αποξενώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από τον έλεγχο της Α.Ε. διά του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι της αποξενώσεώς του από εκείνο το ποσοστό των μετοχών που εξασφαλίζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα».

«Η κατ’ ουσίαν μετατροπή της δημόσιας επιχειρήσεως σε ιδιωτική, που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος, καθιστά αβέβαιη τη συνέχεια της εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και δη υψηλής ποιότητας, η οποία δεν εξασφαλίζεται πλήρως με την κρατική εποπτεία», υπογραμμίζουν οι δικαστές, επισημαίνοντας ότι «οι υπηρεσίες της ΕΥΔΑΠ παρέχονται μονοπωλιακώς, σε μεγάλο πληθυσμό διαβιούντα υπό δυσμενείς οικιστικές συνθήκες στον περιορισμένο χώρο της Αττικής, από δίκτυα που είναι μοναδικά στην περιοχή και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας» και συνεχίζουν: «Συνίστανται δε οι υπηρεσίες αυτές στην ύδρευση και αποχέτευση, που είναι αναγκαίες για την υγιεινή διαβίωση, και ιδίως στην παροχή του πόσιμου ύδατος, φυσικού αγαθού απαραίτητου για την επιβίωση που καθίσταται σπανιότερο συν τω χρόνω».

Αβεβαιότητα -αναφέρεται στη δικαστική απόφαση- «ως προς τη συνέχεια της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφελείας με αυτόν τον βαθμό αναγκαιότητας δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 του Συντάγματος», ειδικότερα μάλιστα μετά το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ’ αναθεωρητικής Βουλής, και «κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και στο άρθρο 21 παράγραφος 3 που ορίζει ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών».

Συνεπώς, «η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος».

Με άλλες αποφάσεις της Ολομέλειας απορρίφθηκαν -για τυπικούς όμως λόγους, όπως μη νομιμοποίησης των πληρεξούσιων δικηγόρων- αιτήσεις του Σωματείου Εργαζομένων Εταιρείας Υδρεύσεως–Αποχετεύσεως Θεσσαλονίκης, της Ομοσπονδίας Υπαλλήλων Λιμένων Ελλάδος και κατοίκων της συμπρωτεύουσας.

πηγή: http://www.efsyn.gr

 imagesO2TSL85M                                                              του Λάζαρου Κουμπουλίδη, Δικηγόρου, μέλους και Νομικού Συμβούλου Ευξείνου Λέσχη Βέροιας

   Οι διαδοχικές δικτατορίες των Κονδύλη, Πάγκαλου, Μεταξά & Παπαδόπουλου, αλλά και ο εμφύλιος πόλεμος που μεσολάβησε, επέβαλλαν για πολλά χρόνια σιωπή αναφορικά με τη Γενοκτονία 353.000 Ελλήνων του Πόντου  ως άμεσο αποτέλεσμα της επικράτησης του Κεμαλικού Εθνικισμού με το κίνημα των Νεοτούρκων. Καμία αναφορά στα ΜΜΕ, καμία αναφορά στα σχολικά βιβλία για αυτό το θέμα – «ταμπού», στα πλαίσια μιας ενδοτικής πολιτικής που κατ’ ευφημισμό ονομάστηκε «πολιτική καλής γειτονίας» απέναντι στις προκλήσεις της Τουρκίας.

   Η Ελληνική Πολιτεία από το έτος 1994, οπότε κήρυξε την 19η Μάιου ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, θεώρησε ότι εξάντλησε το χρέος της και συνέχισε ανακουφισμένη την πολιτική της λήθης.

   Προσφυγικοί φορείς και Σωματεία όμως καταβάλλουμε χρόνια τώρα προσπάθεια να αναδειχθεί το θέμα της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής, αλλά και των Αρμενίων, Ασσυρίων και Χαλδαίων, των χριστιανικών δηλαδή πληθυσμών που ήταν υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως το πλέον αποτρόπαιο έγκλημα του Τουρκικού Εθνικισμού, ο οποίος αποτέλεσε τον πρόδρομο του Φασισμού και Ναζισμού στην Ευρώπη, των Ευρωπαϊκών δηλαδή Εθνικιστικών Κινημάτων σε Ιταλία και Γερμανία που οδήγησαν σε νεώτερες γενοκτονίες.

   Στόχος είναι να καταδικαστεί ο θρησκευτικός φανατισμός που αποτέλεσε το βασικό υπόβαθρο της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής και οδήγησε έως και την εφαρμογή της Συμφωνίας της Λωζάννης σε αναγκαστικές μετακινήσεις, σφαγές και ξερίζωμα πληθυσμών, δημιουργώντας πρόσφυγες και από τις δύο πλευρές, με μοναδικό κριτήριο, όχι την καταγωγή ή τη γλώσσα, αλλά αποκλειστικά το θρήσκευμα. Γι’ αυτό το λόγο ξεριζώθηκαν οι Χριστιανοί Έλληνες, ενώ οι Μουσουλμάνοι Έλληνες παρέμειναν ανέγγιχτοι. Αντιστρόφως Μουσουλμάνοι, που για 400 χρόνια έζησαν και ρίζωσαν στον ελλαδικό χώρο, πολλοί εκ των οποίων ήταν αποκλειστικά Ελληνόφωνοι, αναγκάστηκαν να μεταφερθούν σε μία χώρα παντελώς ξένη σε αυτούς…

   Στόχος επίσης είναι να καταδικαστούν οι Εθνικιστικές, Φασιστικές και Ναζιστικές Πολιτικές που αποσκοπούν μέσω «εθνοκάθαρσης» στη δημιουργία «καθαρών» εθνών. Υπό αυτήν την έννοια, «κεμαλιστές» δηλαδή Εθνικιστές υπάρχουν παντού, φυσικά και ανάμεσά μας …

   Στόχος λοιπόν όλων πρέπει να είναι η καταδίκη του Εθνικισμού από όπου κι αν προέρχεται, ώστε η αποκάλυψη της Ιστορικής Αλήθειας να προκαλέσει το σεβασμό προς την ανθρώπινη αξία και την εγρήγορση των λαών για να την προασπίσουν από επίδοξους «υπερπατριώτες» και την αποτροπή επανάληψης βίαιων συμπεριφορών που έχουν τον Φασισμό και τον Εθνικισμό ως υπόβαθρο, είτε αυτός είναι εθνικός, θρησκευτικός, φυλετικός είτε φέρει οποιοδήποτε από τα πολλά πρόσωπα του Εθνικισμού.

   Αποτέλεσμα αυτής της πίεσης σε διεθνές επίπεδο είναι η αναγνώριση της Γενοκτονίας από Κοινοβούλια της Ευρώπης, της Αυστραλίας, Πολιτειών της Αμερικής αλλά και η αποστομωτική παραδοχή το Μάιο του 2009 από τον ίδιο τον τούρκο ηγέτη Ταγίπ Ερντογάν ότι «οι εκδιώξεις από το Κεμαλικό Κράτος όσων είχαν διαφορετική εθνική ταυτότητα ήταν αποτέλεσμα φασιστοειδούς αντίληψης».

   Η μη έγκαιρη διεθνής καταδίκη του Κεμαλικού Εθνικισμού στις αρχές του 19ου αιώνα και η προσπάθεια συγκάλυψης της Γενοκτονίας των Χριστιανικών πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οδήγησε στη μεγαλύτερη Γενοκτονία της Ανθρώπινης Ιστορίας, δηλαδή των Εβραίων από τον Γερμανικό Εθνικισμό (Ναζισμό).

   Παρόλα αυτά, η Ελλάδα μας που μέτρησε χιλιάδες θύματα τόσο του Κεμαλικού όσο και του Γερμανικού Εθνικισμού, ακόμα και σήμερα συνταράσσεται όχι από τους νοσταλγούς του Ναζισμού, αλλά από τα σύγχρονα θύματα του λαϊκισμού με τον οποίο έχει καμουφλαριστεί. Νέοι άνθρωποι, κυρίως άντρες, άνεργοι ή άνθρωποι του μεροκάματου, χωρίς να γνωρίζουν τις ιστορικές διαστάσεις του Εθνικισμού, γίνονται συνειδητά ή ασυνείδητα υποστηρικτές του για να τιμωρήσουν την αδύναμη, προβληματική και ατελή Δημοκρατία μας.

   Παρόμοια βέβαια φαινόμενα παρατηρούνται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό και σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ουκρανία κ.α.).

   Στην πραγματικότητα λοιπόν δεν είναι ορθός ο διαχωρισμός σε Φασίστες και Αντι-Φασίστες και μόνο προβλήματα περιέχει και κινδύνους κρύβει.

   Το πραγματικό ερώτημα που καλείται η Ιστορία, η Κοινωνία και ο κάθε ένας πολίτης ξεχωριστά να απαντήσει είναι: Φασισμός σε αντικατάσταση της προβληματικής λειτουργίας της Δημοκρατίας μας ή καλύτερη και «περισσότερη» Δημοκρατία για την εξάλειψη του Φασισμού;

 

 

 

 

popΈκδοση διαταγής πληρωμής για δεδουλευμένες αποδοχές δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου(παρατ. Ι. Μιχαηλίδης)

(Περίληψη) Δεκτή η αίτηση διαταγής πληρωμής για δεδουλευμένες αποδοχές δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση τα επισυναπτόμενα έγγραφα, ήτοι τη σχετική σύμβαση εργασίας, τη λογιστική κατάσταση-βεβαίωση μη καταβαλλόμενων αποδοχών της αιτούσας, που υπογράφεται από την καθ’ ης και έχει θεωρηθεί από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο της αιτούσας, επέχουσα θέση εξώδικης ομολογίας της καθ’ ης και το αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού μισθοδοσίας. Η αίτηση αποδεικνύεται από τον συνδυασμό των ιδιωτικών εγγράφων που προσκομίζει η αιτούσα, τα οποία έχουν συνταχθεί σύμφωνα με το νόμο και από τα οποία συνάγεται εξώδικη ομολογία της καθ’ ης ως προς την οφειλή της απέναντι στην αιτούσα, δεδομένου ότι ως ιδιωτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, νοούνται όχι μόνο τα έγγραφα διαθέσεως που περιέχουν δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, αλλά και τα έγγραφα μαρτυρίας, αυτά δηλαδή που περιέχουν μαρτυρία ή βεβαίωση του εκδότη τους, επέχουσα θέση εξώδικης ομολογίας για συγκεκριμένο γεγονός.

Διατάξεις: άρθρα 242, 341 [παρ. 1], 345, 346 ΑΚ, 443 επ., 656 [εδ. β’], 623 επ. ΚΠολΔ

[...] Tην από 17.10.2013 αίτηση της Σ. Α. του Ε., κατοίκου Εύοσμου Θεσσαλονίκης (οδός …), σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Κ. Γ. Στ. Νευροψυχιατρικές Κλινικές Α.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (οδός …) και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η αιτούσα ζητάει, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, να εκδοθεί κατά της καθής, με βάση συνδυασμό των σε αυτή αναφερόμενων εγγράφων, που επισυνάπτονται στην υπό κρίση αίτηση, μεταξύ των οποίων ιδίως είναι η από 13.5.2011 σύμβαση εργασίας που η αιτούσα κατήρτισε με την καθής στη Θεσσαλονίκη, η από 31.12.2012 λογιστική κατάσταση – βεβαίωση μη καταβαλλόμενων αποδοχών της αιτούσας της χρονολογικής περιόδου 1.1.2012 έως 31.12.2012, που υπογράφεται από την καθής, έχει θεωρηθεί από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο της αιτούσας και επέχει θέση εξώδικης ομολογίας της καθής σε σχέση με την αξιούμενη από την αιτούσα να της επιδικαστεί οφειλή της, δεδομένου άλλωστε ότι από αυτή προκύπτουν με σαφήνεια τα πρόσωπα του δανειστή (αιτούσας) και του οφειλέτη (καθής) της ένδικης απαίτησης, καθώς επίσης και αντίγραφο της κίνησης του αριθμ. 34702810 λογαριασμού μισθοδοσίας της αιτούσας από την καθής, διαταγή πληρωμής του ποσού των 28.618,74 €, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 24.6.2013 (επομένη λήξης εργασιακής σχέσης μεταξύ της αιτούσας και της καθής) και με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση αυτής (της διαταγής πληρωμής), στην περίπτωση που η καθής ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή της εξόφληση.

Την αίτηση αυτή κατέθεσε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσης Άγγελος Παπασπυρόπουλος (ΑΜ …).

Η αιτούσα με την ένδικη αίτησή της ισχυρίζεται ειδικότερα ότι, με βάση την από 13.5.2011 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία συνήψε με την καθής, ως εργοδότριάς της, προσλήφθηκε από αυτήν ως μισθωτή, με την ειδικότητα της φαρμακοποιού, προκειμένου να της παρέχει για αόριστο χρονικό διάστημα την εργασία της με την πιο πάνω ειδικότητα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, στις κλινικές μονάδες που η καθής διατηρεί στη Θεσσαλονίκη, ότι, με βάση τη σύμβαση αυτή, απασχολήθηκε στην κλινική με την επωνυμία «…» που η καθής διατηρεί στον … Θεσσαλονίκης με πλήρες ωράριο κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, υπαγόμενη σε σύστημα πενθήμερης απασχόλησης, ότι, σύμφωνα με ειδικότερο όρο της πιο πάνω σύμβασης εργασίας και σε εκτέλεση των υποχρεώσεών της από αυτήν, η καθής όφειλε να καταβάλει προς την αιτούσα, ως μηνιαίο μισθό, τις αποδοχές που καθορίζονταν με βάση τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις εργασίας της πιο πάνω ειδικότητάς της, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, για τον οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, ο ακαθάριστος μισθός της αιτούσας ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 2.488,59 €, ότι η καθής δεν της έχει καταβάλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της αιτούσας, τις δεδουλευμένες αποδοχές της (βασικό και επιδοματικό μισθό) τουλάχιστον ολόκληρου του διαστήματος από το Φεβρουάριο του έτους 2012 έως και τις 31.12.2012, ούτε το επίδομα αδείας έτους 2012, τα οποία (μισθοί και επίδομα αδείας έτους 2012) με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς ανέρχονται στο ποσό των 28.618,74 €, για το οποίο αιτείται την έκδοση διαταγής πληρωμής, και μάλιστα νομιμότοκα, όπως ειδικότερα ορίζεται στην υπό κρίση αίτηση, ότι η καθής έχει συνομολογήσει, άλλως αναγνωρίσει την οφειλή, προς την αιτούσα του πιο πάνω ποσού, με βάση τα επισυναπτόμενα στην υπό κρίση αίτηση έγγραφα, και, τέλος, ότι στις 26.6.2013 αυτή αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αίτηση είναι νόμιμη (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ και 655 εδ. β’, 341 παρ. 1, 345, 242 και 346 ΑΚ, όπως το τελευταίο άρθρο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν 4055/2012) και αποδεικνύεται από το συνδυασμό των ιδιωτικών εγγράφων που προσκομίζει η αιτούσα, τα οποία έχουν συνταχθεί σύμφωνα με το νόμο και από τα οποία συνάγεται εξώδικη ομολογία της καθής ως προς την οφειλή της απέναντι στην αιτούσα, σημειουμένου δε επί τούτου ότι ως ιδιωτικά έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, νοούνται όχι μόνο τα έγγραφα διαθέσεως που περιέχουν δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, αλλά και τα έγγραφα μαρτυρίας, αυτά δηλαδή που περιέχουν μαρτυρία ή βεβαίωση του εκδότη τους, επέχουσα θέση εξώδικης ομολογίας για συγκεκριμένο γεγονός (ΜΠρΑθ 2161/1985 ΔΕΝ 1985,774. Βλ. επίσης, για την προτίμηση της διαδικασίας διαταγής πληρωμής επί εργατικής απαίτησης αντί της συνήθως ακολουθούμενης ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών, Στ. Πανταζόπουλο, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, σ. 82, σημ. 209).

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, γιατί είναι ουσιαστικά βάσιμη, αποδεικνυόμενη άμεσα από τα ιδιωτικά έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτή, οπότε, κατά παραδοχή αυτής, θα πρέπει η καθής να καταβάλει στην αιτούσα το αξιούμενο ποσό των 28.618,74 €, και μάλιστα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 24.6.2013, που είναι η επομένη εργάσιμη ημέρα της λήξης της συναφθείσης μεταξύ της αιτούσας και της καθής εργασιακής σχέσης (κατά παραδοχή, με βάση την αρχή διαθέσεως, σχετικού αιτήματος της αιτούσης, και πέραν του ότι, ως προς το επίδομα αδείας, τελευταία, και άρα δήλη, ημέρα καταβολής του είναι η τελευταία μέρα του ημερολογιακού έτους που η εργοδότρια έπρεπε να της χορηγήσει προβλεπόμενη άδεια, με βάση τα άρθρα 3 παρ. 8 και 4 παρ. 1 Ν 539/1945 και μέχρι πλήρους εξοφλήσεώς της.

Για το αντικείμενό της καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, μαζί με τα αναλογούντα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. αριθμ. 4186743Χ/17.10.2013 διπλότυπο είσπραξης της Β’ ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, αριθμ. 98/17.10.2013 απόδειξη είσπραξης, υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ., και αριθμ. 4247414/17.10.2013 γραμμάτιο είσπραξης, υπέρ Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Ν., της «Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.»), και το προβλεπόμενο; υπ’ αριθμ. 352463 γραμμάτιο προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσης (άρθρο 64 παρ. 1 Ν 4194/2013). [...]

Παρατηρήσεις

Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α’, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η έγκυρη έκδοση διαταγής πληρωμής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την έγγραφη απόδειξη – και μάλιστα σωρευτικά – των εξής στοιχείων: α) τα συγκεκριμένα δικαιοπαραγωγικά της χρηματικής απαιτήσεως γεγονότα, τα οποία εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη αντικειμένου, είδους και χρόνου γενέσεώς της και δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (βλ.ΕφΑθ 5065/2007, ΕφΑΔ 2008, σελ. 972, με σημ. Ποταμίτη), β) το ακριβές οφειλόμενο ποσό (βλ. ΕφΑθ 7303/2000, ΝοΒ 2001, σελ. 59 επ.) και γ) το πρόσωπο τόσο εκείνου που ισχυρίζεται ότι είναι δικαιούχος της απαιτήσεως (ΑΠ 736/2006, ΕλλΔνη 49, σελ. 1397, ΕφΑθ 8440/2004, ΕλλΔνη 47, σελ. 229, ΕιρΤριπ 240/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όσο και του φερόμενου βάσει των προσαγόμενων εγγράφων ως υποχρέου (ΕφΑθ 4987/2003, ΕλλΔνη 2004, σελ. 519 και ειδικότερα ως προς τη θετική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της χρηματικής απαιτήσεως Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (-Ε. Ποδηματά), ΚΠολΔ ΙΙ 2000, άρθρ. 623, αρ. 7, σελ. 1154, Στ. Πανταζόπουλο, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, εκδ. Β’ 2013, σελ. 61 επ., Χ. Παπαδάκη, Διαταγή Πληρωμής, εκδ. 2η 2012, παρ. 6, σελ. 63 επ., Ι. Κατρά, Σύστημα ασφαλιστικών μέτρων, αναγκαστικής εκτέλεσης, διαταγών πληρωμής και απόδοσης, εκδ. Γ’ 2013, παρ. 143, σελ. 981, Δ. Τσικρικά, Αποδεικτικά ζητήματα από τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, Δ 2005, σελ. 601 επ.). Η αποκλειστικότητα του επώνυμου αποδεικτικού μέσου των εγγράφων ανάγεται, εν προκειμένω, στην υπερέχουσα αξιοπιστία του, η υπέρτερη δε αποδεικτική του βαρύτητα επαληθεύεται με την νομοθετική απονομή σε αυτό αυξημένης αποδεικτικής ισχύος (άρθρα 438-441, 445 ΚΠολΔ). Η πλήρης αποδεικτική δύναμη, την οποία παρέχουν τα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα αποτελεί μάλιστα εδώ το αναγκαίο αντιστάθμισμα απέναντι στον μονομερή χαρακτήρα της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Για το λόγο αυτό, η έγκυρη έκδοση διαταγής πληρωμής συναρτάται άμεσα προς την εκδήλωση της πλήρους αποδεικτικής δυνάμεως των εκάστοτε προσαγόμενων εγγράφων, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα και τις ειδικότερες κατηγορίες του αποδεικτικού αυτού μέσου, που μπορούν να θεμελιώσουν την έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. αναλυτικά Π. Αρβανιτάκη, Η Διαταγή Πληρωμής κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εκδ. 2012, σελ. 105 επ.). Και αντιστρόφως, όταν η μη τήρηση των νομίμων διατυπώσεων αναιρεί την εκδήλωση της τυπικής – δεσμευτικής ισχύος της έγγραφης αποδείξεως, εκλείπει αυτόχρημα και το αναγκαίο υπόβαθρο για την ενεργοποίηση της διαδικασίας, που διαγράφουν οι διατάξεις των άρθρων 623 επ. ΚΠολΔ.[...]

Ιορδάνης Γ. Μιχαηλίδης,

Δικηγόρος, Μ.Δ.Ε. Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου, Υπότροφος Επιτροπής Ερευνών Α.Π.Θ.

πηγή: www.nb.org/blog/

imagesX7K078PWΑΕΔ 2/2012

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Οι αξιώσεις των με οποιαδήποτε σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απ’ ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το Δημόσιο για οποιοδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, από την οποία όμως άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η πενταετής παραγραφή, αντιθέτως, ισχύει όταν για τη θεμελίωση του επί των αποδοχών ή των πάσης φύσεως απολαβών δικαιώματος, απαιτείται η έκδοση πράξεως του Δημοσίου, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του, δηλαδή όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών, αλλά για αγωγή αποζημιώσεως, λόγω παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου

[...]

1. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 954/2011 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του Ν 345/1976, αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969, η οποία ανέκυψε με την έκδοση αντιθέτων αποφάσεων της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου.

2. Επειδή, η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση, εφόσον έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με τις δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2, 49 παρ. 2 και 50 παρ. 1 και 2 του Ν 345/1976, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά επιδόσεως και έγγραφα.

3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 περ. ε του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του Ν 345/1976, συνάγεται ότι το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία προς άρση της σχετικής αμφισβητήσεως ως προς την έννοια ή την ουσιαστική συνταγματικότητα διατάξεως τυπικού νόμου, όταν υπάρχει, αφενός μεν ταυτότητα της διατάξεως του τυπικού νόμου που ερμηνεύθηκε από τα ανώτατα δικαστήρια και αφετέρου αντίθεση στις ερμηνείες που δόθηκαν ή αντίθεση ως προς την κρίση ότι η νομοθετική αυτή διάταξη είναι ή όχι σύμφωνη προς την ίδια συνταγματική διάταξη (ΑΕΔ 9/2009, 3/2007, 10/2005, 29/1999, 25/1993, 34/1993). Αντιθέτως, δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, οι περιπτώσεις της οποίας καθορίζονται περιοριστικά, η άρση της αμφισβητήσεως ως προς την συμφωνία διατάξεως τυπικού νόμου με διατάξεις υπέρτερης ισχύος κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος  (πρβλ. ΑΕΔ 29/1999).

4. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 954/2011 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (παραπεμπτική), που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως του … κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών και κατά της υπ’ αριθ. 2273/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο προς άρση, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, αμφισβήτηση ως προς τη συνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969 «Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού». Η αμφισβήτηση αυτή ανέκυψε από το γεγονός ότι η μεν Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε, κατά πλειοψηφία, με την ως άνω απόφαση ότι η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969 «Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», η οποία προβλέπει διετή παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, και των συνδεομένων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με αυτό από καθυστερούμενες αποδοχές ή κάθε άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και η οποία ήταν εφαρμοστέα κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος  καθιερωμένη αρχή της ισότητας και δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως αντισυνταγματική και ως εκ τούτου ανίσχυρη. Αντιθέτως, ο Άρειος Πάγος, με την υπ’ αριθμ. 1270/1983 απόφασή του έκρινε ότι η προαναφερθείσα διάταξη, δεν προσκρούει στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος , αλλά είναι δικαιολογημένη από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Επίσης ο Άρειος Πάγος με τις με αριθ. 852/1980, 1294/1983, 941/1988, 1010/1993, 1110/1994 αποφάσεις του, εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη περί διετούς παραγραφής και έτσι δέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι αυτή είναι σύμφωνη με την αρχή της ισότητας, που καθιερώνει το Σύνταγμα με την προαναφερθείσα διάταξή του.

5. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος , με την οποία ορίζεται ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου», συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2007). Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 1 του ΝΔ/τος 321/1969 «Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» (ΦΕΚ Α΄ 205), το οποίο ήταν εφαρμοστέο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, οριζόταν ότι «παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον Ταμείον (βεβαίωσις εν στενή έννοια) …», με την διάταξη του άρθρου 91 του ιδίου ΝΔ/τος οριζόταν στην παράγραφο 1 ότι «ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής» και στην παράγραφο 3 ότι «ο χρόνος παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και στρατιωτικών, των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ’ αυτού συνδεομένων εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλης πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών». Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969, προκύπτει ότι οι αξιώσεις των με οποιαδήποτε σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απ’ ευθείας από το νόμο και των οποίων την πληρωμή αρνείται ή καθυστερεί το Δημόσιο για οποιοδήποτε λόγο, σύμφωνα με την έννοια την οποία προσδίδουν τα όργανά του στο νόμο, από την οποία όμως άρνηση ή καθυστέρηση δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η πενταετής παραγραφή, αντιθέτως, ισχύει όταν για τη θεμελίωση του επί των αποδοχών ή των πάσης φύσεως απολαβών δικαιώματος, απαιτείται η έκδοση πράξεως του Δημοσίου, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του, δηλαδή όταν δεν πρόκειται για ευθεία αγωγή λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών, αλλά για αγωγή αποζημιώσεως, λόγω παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009). Η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969, για τις ως άνω μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 91 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από την παράγραφο 1 του άρθρου 87 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση ευθειών αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό. Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας. Επομένως η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος  αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του άρθρου 48 § 3 του ΝΔ 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ’ αυτών). Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και τα μέλη Δημήτριος Αλεξανδρής, Κίμων-Παναγιώτης Ευστρατίου και Βασίλειος Λυκούδης, διατύπωσαν την ακόλουθη ειδικότερη γνώμη: Κατά την έννοια της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969, ερμηνευομένης ενόψει της γενικής διατυπώσεως αυτής και του γεγονότος ότι δεν γίνεται σε αυτήν καμία διάκριση ως προς το αν η καταβολή των αποδοχών επιδιώκεται με ευθεία αγωγή ή με αγωγή αποζημιώσεως, στην υπ’ αυτής προβλεπόμενη διετή παραγραφή υπόκεινται οι πάσης φύσεως αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές, οποιασδήποτε φύσεως, είτε οι αποδοχές ή απολαβές αυτές οφείλονται απ’ ευθείας από τον νόμο και την πληρωμή τους αρνείται ή καθυστερεί το Δημόσιο για οποιοδήποτε λόγο, είτε όταν για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος απαιτείται η έκδοση πράξεως της Διοικήσεως, στην οποία τα όργανά της παρανόμως αρνούνται να προβούν. Η διετής δηλαδή παραγραφή ισχύει είτε η διεκδίκηση των αποδοχών ή απολαβών επιδιώκεται με ευθεία αγωγή, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των, είτε με αγωγή αποζημιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, λόγω παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου να εκδώσουν την απαιτούμενη για την πρόβλεψη των αποδοχών ή απολαβών πράξη. Ο θεσπιζόμενος δε με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969 ειδικός κανόνας, με τον οποίο καθιερώνεται, κατ’ εξαίρεση από τον προβλεπόμενο από την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 91 γενικό κανόνα της πενταετούς παραγραφής για τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή για τις σχετικές με αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις χρηματικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, δικαιολογείται από την φύση της εννόμου σχέσεως, που συνδέει το Δημόσιο με τους υπαλλήλους του. Και τούτο διότι η ορθολογική οργάνωση και η εύρυθμη λειτουργία της Διοικήσεως δημιουργούν την ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως των εκκρεμοτήτων περί τις εν λόγω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, που απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές, η επί μακρόν χρόνον διατήρηση των οποίων εκκρεμοτήτων επιβαρύνει, κατά τρόπο βλαπτικό για την Διοίκηση, την σχέση που συνδέει το Δημόσιο με τους υπαλλήλους του. Περαιτέρω, η ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως εκκρεμοτήτων ως προς την ύπαρξη των εν λόγω αξιώσεων των υπαλλήλων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου ενδείκνυται προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως και τα οποία λαμβάνει υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού. Η διετής δε παραγραφή είναι εύλογη από την άποψη ότι παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα στον υπάλληλο για την διεκδίκηση τυχόν χρηματικών αξιώσεων του κατά του Δημοσίου, σχετικών με αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ως εκ της καθιερώσεως της βραχυπρόθεσμης αυτής παραγραφής, καθίσταται πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η άσκηση του δικαιώματος του υπαλλήλου να διεκδικήσει αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται, κατ’ αυτόν, συνεπεία της σχέσεως που τον συνδέει με το Δημόσιο. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος, ο οποίος δικαιολογεί την θέσπιση της διετούς παραγραφής για τις αφορώσες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, συντρέχει εξ ίσου και προκειμένου περί τυχόν χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου κατά των υπαλλήλων του, που απορρέουν από την έννομη σχέση που τους συνδέει. Τούτο δε έχει ως συνέπεια ότι είναι αδικαιολόγητη η εξαίρεση των αξιώσεων αυτών του Δημοσίου έναντι των υπαλλήλων του από την βραχυχρόνια διετή παραγραφή, την οποία προβλέπει η παρ. 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969 αναφορικά με τις αξιώσεις των υπαλλήλων που απορρέουν από την εν λόγω έννομη σχέση, και η υπαγωγή των αξιώσεων τούτων του Δημοσίου στον προβλεπόμενο από την παρ. 1 του άρθρου 87 του ανωτέρω ΝΔ/τος 321/1969 γενικό κανόνα της πενταετούς παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου. Διότι, ενόψει της ομοιότητας των συντρεχουσών περιστάσεων, και οι αξιώσεις αυτές θα έπρεπε να υπαχθούν στον ειδικό κανόνα της διετούς παραγραφής, ισχύοντα για τις πάσης φύσεως χρηματικές αξιώσεις που απορρέουν από την σχέση του δημοσίου υπαλλήλου με το Δημόσιο, ανεξαρτήτως δηλαδή αν δικαιούχος είναι ο υπάλληλος ή το Δημόσιο. Εφόσον δε είναι αδικαιολόγητη η διάκριση αυτή υπέρ του Δημοσίου, η μη υπαγωγή και συνακόλουθη εξαίρεση των εν λόγω αξιώσεων του Δημοσίου έναντι υπαλλήλων του από την βραχυχρόνια διετή παραγραφή, που αντιβαίνει στην συνταγματική αρχή της ισότητας, δεν μπορεί να αποτελέσει έγκυρο έρεισμα για την επέκταση της εφαρμογής της πενταετούς παραγραφής και στις σχετικές με τις αποδοχές και τις πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις αξιώσεις των υπαλλήλων κατά του Δημοσίου. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος  αρχή της ισότητας. Επίσης, κατά την συγκλίνουσα ειδικότερη γνώμη του μέλους του Δικαστηρίου Νικολάου Αλιβιζάτου, η συνταγματικότητα της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969, θα πρέπει κατ’ αρχάς να εξετασθεί αυτοτελώς, υπό το πρίσμα του δικαιώματος που η δικονομική αυτή διάταξη ρυθμίζει, δηλαδή του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται γενικά (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ . και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ) και στις δίκες του Δημοσίου ειδικότερα. Στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που του παρέχει η επιφύλαξη του νόμου της παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος , ο νομοθέτης μπορεί να προβλέψει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι το Δημόσιο ή ένας άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας (ΟΤΑ, ΝΠΔΔ κ.λπ.). Αρκεί, όπως έχει κριθεί, να μην εισάγει αδικαιολόγητα προνόμια υπέρ του Δημοσίου, δηλαδή εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις, οι οποίες δεν υπηρετούν λόγους δημόσιου συμφέροντος (βλ. ΕΔΔΑ Καραχάλιος κατά Ελλάδος, απόφαση της 11.12.2003, Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, απόφαση της 22.5.2008, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, απόφαση 25.6.2009). Περαιτέρω, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια, δυνάμει της ίδιας επιφύλαξης του νόμου, να προβλέψει διαφορετική προθεσμία για την παραγραφή διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Αρκεί η προβλεπόμενη κάθε φορά προθεσμία να μην είναι τόσο βραχεία ώστε, εν όψει της φύσεως της διαφοράς και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να παρακωλύει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος. Εν προκειμένω, η προβλεπόμενη διετής παραγραφή από τη γένεση της αξίωσης είναι επαρκής για έναν στοιχειωδώς επιμελή διάδικο, ο οποίος, κατά τεκμήριο, γνωρίζει εξ αρχής τους όρους υπό τους οποίους παρέχει τις υπηρεσίες του στο Δημόσιο και, συνεπώς, για την προστασία των συμφερόντων του, δεν χρειάζεται να προσφύγει στις συμβουλές εξειδικευμένου δικηγόρου (πρβλ. ΕΔΔΑ Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 26.4.1979, § 49). Από την άλλη, η κανονικότητα και η περιοδικότητα της καταβολής των κάθε είδους απολαβών των δημόσιων κ.λπ. υπαλλήλων, διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με άλλες αξιώσεις κατά του Δημοσίου, που ούτε ο χρόνος γένεσής τους είναι βέβαιος ούτε έχουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, η διαφοροποίηση της παραγραφής των πρώτων (διετής) έναντι των δεύτερων (πενταετής) είναι κατ’ αρχήν δικαιολογημένη. Δεν τίθεται, επομένως, ζήτημα παραβίασης ούτε και της αρχής της (δικονομικής) ισότητας (άρθρα 20 παρ. 1 και 4 παρ. 1 Συντ .) διότι οι ρυθμιζόμενες καταστάσεις διαφέρουν εν προκειμένω ουσιωδώς. Πολύ περισσότερο, που δεν ανήκει στη δικαστική αλλά στη νομοθετική εξουσία να αποκαθιστά ανισότητες, με άμεση ή έμμεση επέκταση του πεδίου εφαρμογής μισθολογικών ρυθμίσεων σε κατηγορίες δημόσιων κ.λπ. υπαλλήλων και λειτουργών, στις οποίες ο νομοθέτης δεν είχε προσβλέψει. Διότι ο κίνδυνος άνισης μεταχείρισης ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων εξ αιτίας αυθαίρετων ρυθμίσεων, δεν δικαιολογεί εν προκειμένω την υποκατάσταση του νομοθέτη από τον δικαστή. Ο τελευταίος εκτός του ότι δεν διαθέτει τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις, δεν είναι κατά το Σύνταγμα αρμόδιος, ούτε και υπεύθυνος για την τήρηση του κρατικού προϋπολογισμού (άρθρα 78 παρ. 1 και 80 παρ. 1 Συντ .). Τέλος, και ανεξάρτητα από το ζήτημα της δικαιοδοσίας του ΑΕΔ παρατηρείται ότι η επίδικη διαφορά δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της προαναφερθείσας απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ζουμπουλίδη κατά Ελλάδος. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης της κρίσιμης εν προκειμένω διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969 με το δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), διότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι, στην παρούσα υπόθεση, τα περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι διαφορετικά σε σύγκριση με εκείνα τα οποία προκάλεσαν την καταδίκη της Ελλάδος από το ΕΔΔΑ στην ως άνω υπόθεση. Πράγματι, όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης Ζουμπουλίδη, (βλ. τις παρ. 5-14 της ως άνω απόφασης του ΕΔΔΑ), αποφασιστικός παράγων για την καταδικαστική κρίση του τελευταίου ήταν η διαφοροποίηση (και μάλιστα όχι με διάταξη νόμου, αλλά με υπουργικές αποφάσεις) των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών σε δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου και η εντεύθεν δυσμενής μισθολογική μεταχείριση των δεύτερων έναντι των πρώτων. Υπό το πρίσμα αυτό, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η βραχύτερη παραγραφή των αξιώσεων των δεύτερων ήταν αδικαιολόγητη και παραβίαζε το δικαίωμά τους για σεβασμό της περιουσίας τους. Εν τούτοις, τα περιστατικά εκείνα διαφέρουν από αυτά της υποθέσεως που οδήγησαν στην έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρωτίστως διότι σε αυτές δεν ετέθη ζήτημα φύσεως της εργασιακής σχέσεως ως δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και, κατ’ επέκταση, αυθαίρετης μισθολογικής διαφοροποίησης των ενδιαφερομένων υπαλλήλων. Επομένως, σε αντίθεση με την υπόθεση Ζουμπουλίδη, lex specialis για τον έλεγχο της συνταγματικότητας της κρίσιμης εν προκειμένω διάταξης δεν είναι το δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) αλλά το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ . και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ). Μειοψήφισαν τα μέλη του Δικαστηρίου, Παναγιώτα Καρλή, Βασιλική Καλαντζή και Χρήστος Κούσουλας, τα οποία διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη:

Η θέσπιση με το προαναφερθέν άρθρο 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969 εις βάρος των υπαλλήλων του Δημοσίου ειδικής βραχυπρόθεσμης παραγραφής, με την οποία περιορίζεται το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν αναδρομικά ποσά λόγω καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων απολαβών ή αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος , που καθιερώνει την αρχή της ισότητας, διότι είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετής) αφενός μεν από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω όρθρου 91 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αφετέρου δε από το άρθρο 87 παρ. 1 του εν λόγω ΝΔ/τος για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων. Η θέσπιση δε της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που αφορούν αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, και της τηρήσεως της δημοσιονομικής τάξεως, με την αποφυγή ανατροπής των δεδομένων κατ’ εκτίμηση των οποίων έχει καταρτισθεί ο κρατικός προϋπολογισμός. Και τούτο διότι η ανωτέρω βραχυπρόθεσμη παραγραφή έχει θεσπισθεί μόνον για τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, ενώ για όλες τις άλλες αξιώσεις κατά του Δημοσίου -ακόμη και για τις σχετικές με τις αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές αξιώσεις των υπαλλήλων, των οποίων η ικανοποίηση επιδιώκεται με αγωγή αποζημιώσεως- ο χρόνος παραγραφής είναι πενταετής, αν και των απαιτήσεων αυτών ενδείκνυται η ταχεία εκκαθάριση. Εξάλλου, η θέσπιση της ανωτέρω διετούς παραγραφής δεν δικαιολογείται ούτε από την φύση της εννόμου σχέσεως, που συνδέει το Δημόσιο με τους υπαλλήλους του, εφόσον οι χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατ’ αυτών δεν υπόκεινται στην ίδια βραχεία παραγραφή. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 91 του ΝΔ/τος 321/1969 δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως αντισυνταγματική, και, ως εκ τούτου, ανίσχυρη, με συνέπεια οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό να υπόκεινται στην προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 91 και ισχύουσα για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου πενταετή παραγραφή.

6. Επειδή, κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να αρθεί η αμφισβήτηση που ανέκυψε σε σχέση με την ουσιαστική συνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969 από την έκδοση της με αριθμό 954/2011 (παραπεμπτικής) αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπέρ της γνώμης που υιοθετήθηκε επί του επίμαχου ζητήματος με την υπ’ αριθμ. 1270/1983 απόφαση του Αρείου Πάγου και εμμέσως πλην σαφώς και με τις υπ’ αριθ. 882/1980, 1294/1983, 941/1988, 535/1992, 1010/1993, 1110/1994 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου, δηλαδή με την υιοθέτηση της άποψης ότι η προαναφερθείσα διάταξη δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος .

7. Επειδή, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής των εξόδων της αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο διεξαχθείσης διαδικασίας ως και της δικαστικής δαπάνης.

[Αίρει την αμφισβήτηση που ανέκυψε από τις αποφάσεις 954/2011 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και 1270/1983 του Αρείου Πάγου και εμμέσως και από τις υπ’ αριθμ. 882/1980, 1294/1983, 941/1988, 535/1992 1010/1993 1110/1994 όμοιες του Αρείου Πάγου ως προς την ουσιαστική συνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969. Αποφαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 91 παρ. 3 του ΝΔ/τος 321/1969, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος .]

Πηγή: ΘΠΔΔ 4-5/2012, 335

efΜε τροπολογία του υπουργού Δικαιοσύνης Χαράλαμπου Αθανασίου συνιστάται στο Εφετείο Αθηνών ιδιαίτερο Ποινικό Τμήμα, του οποίου η λειτουργία θα αρχίσει την 16η Σεπτεμβρίου 2014. Σε αυτό θα εκδικάζονται όλες οι ποινικές υποθέσεις του εφετείου.

Σκοπός της ρύθμισης είναι η επιτάχυνση της εκδίκασης των εν λόγω υποθέσεων από δικαστές (προεδρεύοντες και μέλη), οι οποίοι θα απασχολούνται αποκλειστικά με αυτές.

Ειδικότερα, στο Τμήμα αυτό θα υπάγονται όλες οι ποινικές υποθέσεις αρμοδιότητας του Πενταμελούς Εφετείου, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου και των Τριμελών και Μονομελών Εφετείων, καθώς και του Συμβουλίου Εφετών.

Οι δικαστές του Ποινικού Τμήματος θα ορίζονται για μια διετία με απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών με αντίστοιχη τροποποίηση του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού, ενώ η θητεία θα μπορεί να παραταθεί, με απόφαση της ίδιας Ολομέλειας, για ακόμη ένα έτος. Η Ολομέλεια μπορεί να ανανεώσει τη θητεία των δικαστών για τη συγκρότηση του Ποινικού Τμήματος για μία επιπλέον διετία, εφόσον υπάρχει προς τούτο συναίνεση των τελευταίων. Σε αυτήν την περίπτωση η συνολική συνεχόμενη θητεία στο Ποινικό Τμήμα δεν μπορεί να υπερβεί τα τέσσερα έτη. Μετά τη θητεία τους στο Ποινικό Τμήμα, οι δικαστές που είχαν οριστεί σ’ αυτό μπορούν να οριστούν εκ νέου για τη συγκρότηση αυτού, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος τουλάχιστον δύο ετών.

Παράλληλα, με την ίδια τροπολογία:

Α) Επεκτείνεται η μετατροπή των ποινών φυλάκισης έως και τα πέντε έτη (από τρία) που είχαν επιβληθεί αμετάκλητα μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4093/2012. Για τη μετατροπή αποφασίζει το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ύστερα από κλήτευση του αιτούντος. Η ρύθμιση προτείνεται για λόγους ίσης μεταχείρισης των καταδικασθέντων, καθώς στην πράξη παρατηρήθηκε διχογνωμία στα δικαστήρια, λόγω έλλειψης μεταβατικής διάταξης στον ν. 4093/2012, αν μπορούν ή όχι να μετατρέπουν τις ποινές αυτές, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός καταλάμβανε τις υποθέσεις που δεν είχαν εκδικαστεί αμετακλήτως.

Β) Σε περίπτωση διαφωνίας ανακριτή και εισαγγελέα για την προσωρινή κράτηση, επιβάλλεται, με διάταξη του ανακριτή, ο κατ’ οίκον περιορισμός του κατηγορουμένου, μέχρι την επίλυση της διαφωνίας από το δικαστικό συμβούλιο, προκειμένου να εξασφαλισθεί αποτελεσματικά η παρουσία του κατηγορουμένου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα και η υποβολή του στην εκτέλεση του οικείου βουλεύματος, χωρίς να περιορίζονται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τα ατομικά του δικαιώματα. Δηλαδή, στο μεταξύ διάστημα με διάταξη του ανακριτή επιβάλλεται ο κατ’ οίκον περιορισμός του κατηγορουμένου, η αφαίρεση διαβατηρίου ή άλλου ισοδύναμου ταξιδιωτικού εγγράφου του και η απαγόρευση εξόδου του από τη χώρα και όχι η έκδοση εντάλματος σύλληψης που συνεπάγετο την προσωρινή κράτησή του στο αστυνομικό τμήμα.

Γ) Τέλος, μεταβάλλεται (επανερχόμενη στην προϊσχύσασα ρύθμιση) η διαδικασία προαγωγών στις θέσεις του προέδρου, αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αρείου Πάγου και Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του γενικού επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή του γενικού επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, έτσι ώστε να μην αποτελεί στάδιο της διαδικασίας επιλογής η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, έπειτα από ακρόαση των υποψηφίων, όπως είχε ορισθεί με το άρθρο 1 του ν. 3841/2010, δοθέντος ότι όχι μόνο, σύμφωνα με το 2/2010 πρακτικό της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε Ολομέλεια και σε Συμβούλιο, η τελευταία αυτή ρύθμιση παρουσιάζει προβλήματα συνταγματικότητας, αλλά και διότι η διαδικασία αυτή δεν έχει λειτουργήσει στην πράξη.

Πηγή: www.esd.gr

rΝα ζητήσουν την επιστροφή των χρημάτων τους από στην αρμόδια εφορία θα μπορούν πλέον οι οφειλέτες του δημοσίου, στους οποίους έχει γίνει κατάσχεση μισθού ή σύνταξης κάτω των 1.500 ευρώ, καθώς και αυτοί που τους κατεσχέθη ο μισθός για ληξιπρόθεσμες οφειλές χαμηλότερες των 500 ευρώ.

Περιορισμό ή άρση της κατάσχεσης με βάση τα νέα όρια που προβλέπει η νομοθεσία για το ακατάσχετο από μισθούς και συντάξεις και το ελάχιστο ύψος οφειλής πάνω από την οποία ενεργοποιείται το μέτρο της κατάσχεσης, θα μπορούν να ζητήσουν από τις ΔΟΥ οι οφειλέτες.

Σημειώνεται ότι το ακατάσχετο όριο για μισθούς και συντάξεις, με βάση το νόμο που ψηφίστηκε πρόσφατα, αυξήθηκε στα 1.500 ευρώ από τα 1.000, ενώ το ελάχιστο ύψος ληξιπρόθεσμης οφειλής πέραν της οποίας ενεργοποιείται το μέτρο της κατάσχεσης αυξήθηκε στα 500 από τα 300 ευρώ.

Οπως διευκρινίζει το υπουργείο Οικονομικών, η αύξηση των οφειλετών δεν θα αφορά επιστροφή κατασχεθέντων ποσών, αλλά προσαρμογή των κατασχέσεων στα νέα όρια.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης που έχουν επιβληθεί μέχρι και 6/4/2014 -προηγούμενη ημέρα ισχύος των νέων διατάξεων- για ληξιπρόθεσμες οφειλές μικρότερες του ποσού των 500 ευρώ, αίρονται μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση από τον οφειλέτη.

Κατά τον ίδιο τρόπο αίρονται ή περιορίζονται κατά περίπτωση κατασχέσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών βοηθημάτων που έχουν επιβληθεί μέχρι και 6/4/2014, και εμπίπτουν στο ακατάσχετο ποσό των 1.500 ευρώ.

Πηγή: ethnos.gr

E17E261C44DEBCC6C8AE6D54D13DFDF4Με το πρόβλημα των προστίμων παράνομης στάθμευσης, που έχουν επιβληθεί σε κατόχους ΙΧ αυτοκινήτων από τους δήμους, πριν από πολλά χρόνια, ασχολήθηκε ο Συνήγορος του Πολίτη, μετά από καταγγελίες που δέχθηκε, ενώ στη συνέχεια οι δήμοι αποδέχθηκαν τις προτάσεις της ανεξάρτητης Αρχής και ακύρωσαν πρόστιμα που είχαν επιβάλει.

Ο Συνήγορος υπέδειξε στους πολίτες να ζητήσουν από τις υπηρεσίες των δήμων αντίγραφα των κλήσεων-πράξεων βεβαίωσης παράβασης οχήματος- προκειμένου να συγκρίνουν τα στοιχεία του οχήματός τους όπως αναγράφονται στην άδεια κυκλοφορίας, με αυτά που αναγράφονται στις κλήσεις, καθώς και να ελέγξουν το περιεχόμενο της κλήσης και κυρίως εάν ήταν όλα τα πεδία αυτής πλήρως συμπληρωμένα.

Από τον έλεγχο στο περιεχόμενο των κλήσεων που διενήργησαν οι πολίτες διαπιστώθηκε ότι οι κλήσεις, βάσει των οποίων τους είχε επιβληθεί το πρόστιμο, δεν περιείχαν σωστά τα στοιχεία του οχήματός τους (πχ αριθμός κυκλοφορίας, μάρκα, χρώμα), σε άλλες περιπτώσεις δεν είχε προσδιοριστεί επακριβώς η θέση του οχήματος σε σχέση με τη περιοχή ισχύος της σήμανσης (πχ μη αναγραφή του αριθμού της οδού), ή και πως οι κλήσεις δεν περιείχαν άλλα στοιχεία της παράβασης (πχ ποινή).

Στη συνέχεια, ο Συνήγορος επισήμανε στις αρμόδιες υπηρεσίες των δήμων ότι με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο, στην κλήσηκλήση  θα πρέπει να αναγράφονται ορθά όλα τα στοιχεία που αφορούν στον ακριβή προσδιορισμό του οχήματος του παραβάτη και της παράβασης που διαπράχθηκε. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι στις περιπτώσεις εκείνες που το αρμόδιο διοικητικό όργανο, το οποίο έχει την ευθύνη της ορθής αναγραφής στην κλήση όλων των στοιχείων που προβλέπει ο νόμος, αναγράφει εσφαλμένα ή ελλιπή στοιχεία, η εν λόγω πράξη καθίσταται ακυρωτέα. Συνεπώς, τόνισε ότι, όταν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, η αρμόδια για την είσπραξη Αρχή οφείλει να μην προβαίνει στην είσπραξη του προστίμου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είσπραξης γίνεται αυτό αντιληπτό.

Κατόπιν των ανωτέρω, οι οικονομικές υπηρεσίες των δήμων (Αθηναίων, Βάρης- Βούλας- Βουλιαγμένης, Σιντικής, Βέροιας) αποδέχθηκαν τις προτάσεις της ανεξάρτητης Αρχής και προέβησαν στη διαγραφή οφειλών από πρόστιμα παράνομης στάθμευσης.

Πηγή: Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων

Επικοινωνήστε μαζί μας

Η έγκαιρη και έγκυρη νομική βοήθεια αποφέρει τα ίδια αποτελέσματα με την αντίστοιχη ιατρική βοήθεια: Μπορεί να σας διαφυλάξει από δυσάρεστες καταστάσεις και διόγκωση του προβλήματος σας.
Στο σταθερό και κινητό τηλέφωνο ή στο e-mail είμαστε στη διάθεσή σας να μοιραστούμε το ζήτημα σας, παρέχοντας την κατάλληλη νομική υποστήριξη με έμπειρους και εξειδικευμένους συνεργάτες.
Στείλτε μας ένα email με συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης σας και θα λάβετε απάντηση από το συνεργάτη που θα αναλάβει τη διεκπεραίωσή της.