Super User

Super User

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 176/2014
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Φωτεινή Κύρτσιου

Χορήγηση προσωρινής διαταγής σε ζευγάρι συνταξιούχων ηλικίας 68 ετών έκαστος, η οποία διατάσσει την αναστολή κάθε καταδιωκτικού μέτρου και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αιτήσεως τους, υπό τον όρο καταβολής του συνολικού ποσού των 250,00 ευρώ μηνιαίως συμμέτρως κατανεμόμενο στις ένδικες δανειακές συμβάσεις (άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010). Επισημαίνεται ότι το ως άνω ποσό είναι μικρότερο του 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλαν οι αιτούντες να καταβάλουν σε όλους τους δανειστές τους, ωστόσο στο πρόσωπό τους συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 5 του ως άνω νόμου και συγκεκριμένα το εισόδημά τους είναι ανεπαρκές για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών τους αναγκών, οπότε ορίζεται χαμηλότερη δόση.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 149/2014
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Φωτεινή Κύρτσιου

Χορήγηση προσωρινής διαταγής σε άνεργη μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων, η οποία διατάσσει την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά της αιτούσας και τη μη μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας της αιτούσας μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως υπό τον όρο καταβολής από την αιτούσα στην καθης πιστώτρια του ποσού των 41,23 ευρώ μηνιαίως το οποίο αποτελεί το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης που όφειλε να καταβάλει στην πιστώτρια και βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες, συμμέτρως κατανεμημένο στις απαιτήσεις της καθης, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης της αίτησης, το οποίο θα καταλογιστεί στις καταβολές του άρθρου 8. παρ. 2 του ν. 3869/2010.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 148/2014
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Φωτεινή Κύρτσιου

Χορήγηση προσωρινής διαταγής σε ζευγάρι συνταξιούχων, η οποία διατάσσει την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά των αιτούντων και τη μη μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας τους μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως υπό τον όρο καταβολής εκ μέρους των αιτούντων του συνολικού ποσού των 191,70 ευρώ μηνιαίως το οποίο αποτελεί το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης που όφειλαν να καταβάλουν στις πιστώτριες και βρίσκεται μέσα στις οικονομικές της δυνατότητες, συμμέτρως κατανεμημένο στις απαιτήσεις των καθων, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης της αίτησης, το οποίο θα καταλογιστεί στις καταβολές του άρθρου 8. παρ. 2 του ν. 3869/2010.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 79/2014
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Φωτεινή Κύρτσιου


Χορήγηση προσωρινής διαταγής σε ιδιωτική υπάλληλο, μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου, η οποία διατάσσει την αναστολή κάθε καταδιωκτικού μέσου κατά της αιτούσας και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας της αιτούσας μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως, με μηδενικές καταβολές κατ΄άρθρο 8 & 5 του ν. 3869/2010.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 78/2014
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Φωτεινή Κύρτσιου

Χορήγηση προσωρινής διαταγής σε αιτούσα - συνταξιούχο χηρείας -, η οποία διατάσσει την αναστολή κάθε καταδιωκτικού μέσου κατά αυτής και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας της μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως υπό τον όρο καταβολής από την αιτούσα του ποσού των 50,00 ευρώ μηνιαίως συμμέτρως κατανεμημένο στους καθων.

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ 77/2014
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Φωτεινή Κύρτσιου

Χορήγηση προσωρινής διαταγής σε ιδιωτικό υπάλληλο, η οποία διατάσσει την αναστολή κάθε καταδιωκτικού μέσου κατά του αιτούντος και τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως με μηδενικές καταβολές κατ΄άρθρο 8 & 5 του ν. 3869/2010.

ΑΠΟΦΑΣΗ 7/ΑΥ/2012 ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΒΕΡΟΙΑΣ

Δικαστής: Αλεξάνδρα Γιάκα, Πρωτοδίκης
Δικηγόρος: Λάζαρος Κουμπουλίδης

Παραβίαση προτεραιότητας του οχήματος που κινούταν σε δρόμο διπλής κατεύθυνσης, ενώ το ζημιογόνο όχημα επιχείρησε να στρίψει αριστερά και εμβόλισε το δίκυκλο.

Αποτελέσματα σύγκρουσης: Υλικές ζημίες των δύο οχημάτων και σωματικές βλάβες του οδηγού του μοτοποδηλάτου. Ειδικότερα βλάβες στο γόνατο για την αποκατάσταση του οποίου απαιτήθηκε χειρουργική επέμβαση. Ο οδηγός του δικύκλου φορούσε κράνος.

Αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ΙΧ αυτοκινήτου. Αιτούμενο ποσό αποζημίωσης σωματικών βλαβών, υλικών ζημιών και ηθικής βλάβης 40.000 ευρώ. Έκδοση προδικαστικής απόφασης για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Επιδίκαση πρωτοδίκως του συνόλου του αιτούμενου ποσού.

Από το τμήμα Τοπογραφίας της Περιφερειακής Ενότητας Ημαθίας ανακοινώθηκαν τα εξής: "Σύμφωνα με τις παρ.16 & 16α του άρθρου 36 Ν.4061/2012 (Α΄66), όπως αυτές προστέθηκαν με την παρ.14δ του άρθρου 37 Ν.4235/2014 (Α΄32) και το άρθρο 48 Ν.4301/2014 (Α΄223) αντίστοιχα,
Όσοι πολίτες έλαβαν οικόπεδα με τις διατάξεις του από 24-04-1985 Π.Δ/τος (Δ΄239) και παραβίασαν του όρους που προβλέπονται στις παρ.2 & 3 του άρθρου 2 αυτού, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν.3147/2003 (ήτοι, δεν ανήγειραν κατοικία ή εγκατέλειψαν τον συνοικισμό πριν την παρέλευση 10ετίας από την παραχώρηση ή μεταβίβασαν αυτά χωρίς προηγούμενη άδεια της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βέροιας ή έχουν αγοράσει τέτοια οικόπεδα), μπορούν να διατηρήσουν την κυριότητα αυτών, καταβάλλοντας πρόστιμο ίσο με το 1/3 της αντικειμενικής αξίας του οικοπέδου (όπου δεν υπάρχει αντικειμενική, ισχύουν τα συγκριτικά στοιχεία που διατηρεί η αρμόδια ΔΟΥ), είτε εφάπαξ είτε σε 2 άτοκες δόσεις, της πρώτης λήγουσας 31-12-2015 και της δεύτερης 31-12-2017 .

Κατ' εξαίρεση το πρόστιμο δεν επιβάλλεται, στην περίπτωση που τα οικόπεδα εξακολουθούν να βρίσκονται στην κυριότητα των αρχικών δικαιούχων ή των κληρονόμων τους, εφόσον αυτοί δεσμευθούν ότι, θα εκπληρώσουν όλες τις υποχρεώσεις τους, εντός προθεσμίας δέκα ετών από την ισχύ του Ν.4061/2012 (ήτοι έως 22-03-2022).

Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στα γραφεία μας, Μητροπόλεως 44 - Βέροια (2ος & 4ος όροφος ) και στα τηλέφωνα 2331350197-192-143-128-176".

Πηγή: pliroforiodotis.gr

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015 10:45

Διαδικασία Ενδικοφανούς Προσφυγής

Διαδικασία ενδικοφανούς προσφυγής

Κατηγορία: Κώδικας Φορολογικών διαδικασιών ΚΦΔ

Επιμέλεια
Επιστημονική ομάδα Taxheaven

Η ενδικοφανής προσφυγή είναι διοικητική προσφυγή η οποία, αν και προσομοιάζει με ένδικο μέσο, διαφέρει από αυτό γιατί ασκείται ενώπιον των Διοικητικών Αρχών και όχι ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων.

O φορολογούμενος μέχρι την ισχύ των Ν.4152/2013 και Ν.4174/2013 δεν είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση ή τη τροποποίηση μιας πράξης που εκδόθηκε σε βάρος του από τη Φορολογική Αρχή, αφού η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής προϋπέθετε, ειδική διάταξη νόμου που να θεσπίζεται σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (άρθρο 25 ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45 Α).

Ο φορολογούμενος κατά των πράξεων που εκδίδονταν σε βάρος του κατέφευγε στα ένδικα βοηθήματα (αγωγές, προσφυγές), των οποίων η εκδίκαση από τα Διοικητικά Δικαστήρια μπορούσε να υπερβεί ακόμα και τα δέκα χρόνια.

Με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 70Β' του ΚΦΕ Ν.2238/1994 (προστέθηκε με τον Ν. 4152/2013 περ. 1 της υποπερ. Α5 της παραγρ. Α΄ του άρθρου 1 και του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013) θεσπίστηκε η διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής. Η διάταξη του άρθρου 70Β΄ ισχύει μόνο για πράξεις των φορολογικών αρχών που εκδόθηκαν από 1.8 13 έως 31.12.13, καθώς πλέον για πράξεις που εκδίδονται από 1.1.14 ισχύει η διάταξη του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013. Με την ΠΟΛ.1002/2.1.2014 ορίστηκε η εφαρμογή των διατάξεων του προαναφερόμενου άρθρου.

Τέλος σύμφωνα με τον του Ν. 4238/2014, η διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής δύναται να ακολουθηθεί και στην περίπτωση εκκρεμών υποθέσεων της Επιτροπής του αρ.70 Α του Ν.2238/1994. Συγκεκριμένα, αν μια τέτοια υπόθεση δεν έχει εξεταστεί μέχρι 31-12-2013, ο φορολογούμενος, παρά την αίτηση του στην ανωτέρω επιτροπή, θα μπορεί εκ νέου να καταθέσει και ενδικοφανή προσφυγή. Κατά αυτό τον τρόπο, μια τέτοια υπόθεση, παρότι είχε αιτηθεί εξέταση με την επιτροπή 70 Α του Ν.2238/1994, θα εξεταστεί με την νέα διαδικασία του αρ. 63 του Ν. 4174/2013. Στην περίπτωση αυτή, η αίτηση για την εξέταση ενδικοφανούς προσφυγής που δεν εξετάστηκε θα πρέπει να κατατεθεί εντός 30 ημερών από την δημοσίευση του Ν. 4238/2014, δηλαδή από 17-02-2014 (ΠΟΛ.1066/27.2.2014).

Με τις προαναφερόμενες διατάξεις προβλέπεται για τον φορολογούμενο, η υποχρέωση άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής σε περίπτωση αμφισβήτησης πράξης που εκδόθηκε σε βάρος του. Συγκεκριμένα, καθίσταται απαράδεκτη η άσκηση ένδικου μέσου (προσφυγής) απευθείας στα δικαστήρια, εάν προηγουμένως δεν έχει εξαντληθεί η διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής η οποία καταλήγει στην έκδοση νέας πράξης από την αρμόδια υπηρεσία που την εξετάζει. Ο φορολογούμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια εάν αμφισβητεί την νέα αυτή πράξη.

Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και συγκεκριμένα το άρθρο 63 παρ. 1 του ΚΦΔ Ν.4174/2013 «Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης. Η αίτηση υποβάλλεται στη Φορολογική Αρχή που εξέδωσε την πράξη και πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται από τον υπόχρεο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε αυτόν.»

Η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης μετονομάστηκε σε Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (Απόφαση αριθμ. Δ6Α 1198069 ΕΞ 2013/30.12.2013 του Γενικού Γραμματέα Εσόδων).

1. Στην έννοια «υπόχρεος» εντάσσεται οποιοσδήποτε φορολογούμενος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) έχει έννομο συμφέρον κατά οποιασδήποτε πράξης έχει εκδοθεί σε βάρος του από την Φορολογική Αρχή.

2. Στην έννοια «οποιαδήποτε πράξης» έχει εκδοθεί σε βάρος υπόχρεου, εντάσσονται οι πράξεις προσδιορισμού κύριου ή πρόσθετου φόρου, προστίμου, προσαυξήσεων, ή και τελών ή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας που έχει εκδοθεί σε βάρος του ακόμα και η απόρριψη εν όλω ή εν μέρει συγκεκριμένου αιτήματός του από τη Φορολογική Αρχή που αναφέρεται σε φορολογική διαφορά, π.χ. αίτημα επιστροφής ΦΠΑ.

Η υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής πρέπει να γίνει στη Φορολογική Αρχή που εξέδωσε την αμφισβητούμενη πράξη (π.χ. Δ.Ο.Υ.) εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών που αρχίζει από την κοινοποίηση της πράξης αυτής, άλλως αυτή είναι άκυρη ως εκπρόθεσμη.

Σε περίπτωση που η Φορολογική Αρχή δεν εξέδωσε πράξη (παράλειψη - σιωπηρή άρνηση), η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών αρχίζει από τη συντέλεση της παράλειψης εκδόσεως αυτής από την Φορολογική Αρχή. Παράλειψη υπάρχει όταν η Φορολογική Αρχή, αν και υποχρεούται από τον νόμο, δεν εκδίδει διοικητική πράξη για να ρυθμίσει ορισμένη έννομη σχέση με τον φορολογούμενο. Η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για την έκδοση της πράξης αυτής. Αν από τον νόμο δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτου του τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης στη Φορολογική Αρχή.

Η κοινοποίηση της πράξης σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΚΦΔ Ν. 4174/2013 μπορεί να γίνει με τους κάτωθι τρόπους:

• Με ηλεκτρονικό τρόπο.

Τεκμαίρεται ότι το πρόσωπο που είναι αποδέκτης του εγγράφου το οποίο γνωστοποιείται ηλεκτρονικά αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο της γνωστοποίησης το αργότερο δέκα ημερολογιακές πλήρεις ημέρες από τη γνωστοποίηση, εκτός εάν ο αποδέκτης αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο του εγγράφου που γνωστοποιήθηκε με ηλεκτρονικά μέσα ή εφόσον αυτή η αδυναμία οφείλεται σε λόγους που αφορούν στον φορέα του δημόσιου τομέα.

Ο ηλεκτρονικός τρόπος προϋποθέτει την τήρηση κάποιων όρων ασφαλείας όπως προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, που ακόμα δεν διασφαλίζονται στο Δημόσιο τομέα.

Όσον αφορά τον ηλεκτρονικό τρόπο κοινοποίησης το ΝΣΚ έχει γνωμοδοτήσει (γνωμ.αρ. 443/2012) ότι,

α) η κοινοποίηση, αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των εκκαθαριστικών σημειωμάτων φόρου εισοδήματος, με τις επ’ αυτών ατομικές ειδοποιήσεις, είναι νόμιμη εφόσον εκδοθούν οι προβλεπόμενες κανονιστικές πράξεις επί των οικείων διατάξεων και εφόσον τηρούνται οι οριζόμενες στο νόμο διαδικασίες (προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, αίτηση ή συγκατάθεση των διοικουμένων κλπ).

β) είναι επιτρεπτή η έναρξη δικονομικών (ή διοικητικών) προθεσμιών προσβολής των ηλεκτρονικώς κοινοποιούμενων διοικητικών εγγράφων, εφόσον τηρηθούν οι υπό το στοιχ. α΄ προϋποθέσεις και διαδικασίες, εν πάση όμως περιπτώσει, η αδυναμία έγχαρτης απόδειξης της παραλαβής των εν λόγω εγγράφων από τον διοικούμενο και της πρόσβασής του σε αυτά καθιστά κατ’ αποτέλεσμα απρόθεσμη την ως άνω προσβολή.

Προς αποσαφήνιση των ανωτέρω συμπεραίνεται, ότι η υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής με αίτημα επανεξέτασης, για οποιασδήποτε πράξη έχει εκδοθεί σε βάρος φορολογούμενου από τις φορολογικές αρχές και έχει γνωστοποιηθεί με ηλεκτρονικά μέσα, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.

Οπότε δεν μπορεί η ημερομηνία γνωστοποίησης της πράξης με ηλεκτρονικά μέσα, να ληφθεί ως αφετηρία της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής. Αυτό θα μπορεί να ισχύσει όταν το Δημόσιο θεσπίσει την ηλεκτρονική υπογραφή στην διακίνηση εγγράφων με ηλεκτρονικά μέσα.

• Με έγγραφο τρόπο

α) Nα αποσταλεί με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης του εν λόγω προσώπου. Θεωρείται ότι έχει νομίμως κοινοποιηθεί μετά την παρέλευση δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα αποστολής, εάν η ταχυδρομική διεύθυνση του παραλήπτη βρίσκεται στην Ελλάδα και μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών εάν η ταχυδρομική διεύθυνση είναι εκτός Ελλάδας.

β) Να επιδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, μόνο εφόσον δεν είναι δυνατή η επίδοση με άλλον τρόπο. Η κοινοποίηση σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, κατά το προηγούμενο εδάφιο, θεωρείται νόμιμη, εφόσον γίνει στην τελευταία δηλωθείσα στη Φορολογική Διοίκηση διεύθυνση κατοικίας ή επαγγελματικής εγκατάστασης του εν λόγω προσώπου.

γ) Επιπλέον εάν η πράξη αφορά νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, η κοινοποίηση επίσης συντελείται εφόσον παραδοθεί στην έδρα ή εγκατάσταση του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας στην Ελλάδα, με υπογεγραμμένη απόδειξη παραλαβής από υπάλληλο ή νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας,

Προϋπόθεση για να ασκηθεί η ενδικοφανής προσφυγή είναι να έχει ήδη καταβληθεί το πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, εκτός αν υποβληθεί αίτημα αναστολής της καταβολής του και γίνει αποδεκτό. Το αίτημα υποβάλλεται ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει την πληρωμή του εν λόγω ποσοστού μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο.

Για το λόγο αυτό με την αίτηση αναστολής υποβάλλονται στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και τα αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. λόγοι υγείας) με τα οποία τεκμηριώνονται οι ισχυρισμοί του αιτούντος για την αναστολή της καταβολής του (50%). Εκτός των προαναφερομένων στοιχείων (αν υπάρχουν), απαραίτητα υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 στην οποία ο αιτών δηλώνει:

Εάν είναι φυσικό πρόσωπο,

α)τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματά του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος

β) την περιουσιακή κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου και των ανηλίκων τέκνων αυτού.

Εάν είναι νομικό πρόσωπο ή οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα,

α) τα παγκόσμια έσοδα ή εισοδήματά του από κάθε πηγή κατά το προηγούμενο και κατά το τρέχον έτος

β) την περιουσιακή κατάσταση στην Ελλάδα και οπουδήποτε στην αλλοδαπή κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναστολής τόσο του ιδίου όσο και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων στο κεφάλαιο των οποίων συμμετέχει καθώς και των φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευθύνονται ατομικά για τις φορολογικές του υποχρεώσεις.

Η περιουσιακή κατάσταση περιλαμβάνει τα ακίνητα (εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα), τις καταθέσεις οποιουδήποτε είδους και τα συναφή τραπεζικά προϊόντα, τις επενδύσεις σε κινητές αξίες, τα μηχανοκίνητα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς, τα δάνεια και τις δωρεές, τις μετοχές, τα μερίδια, τα δικαιώματα ψήφου ή συμμετοχής σε κεφάλαιο σε οποιασδήποτε μορφής νομική οντότητα, και τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σε κινητά αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Μαζί με την περιουσιακή κατάσταση δηλώνεται από τον αιτούντα και η εκτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Για τα ακίνητα δηλώνεται και η αντικειμενική αξία αυτών.

Αν ο αιτών τηρεί λογιστικά βιβλία του Κ.Φ.Α.Σ. κατά τη διπλογραφική μέθοδο, με την αίτηση αναστολής συνυποβάλλονται ο τελευταίος ισολογισμός και το τελευταίο αναλυτικό ισοζύγιο γενικής λογιστικής του τρέχοντος έτους.

Αίτηση αναστολής για την οποία δεν προσκομίζονται τα προαναφερθέντα στοιχεία απορρίπτεται.

H απόφαση για την αίτηση της αναστολής εκδίδεται εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της αίτησης στη Φορολογική Διοίκηση. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός της προθεσμίας αυτής, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

Η αναστολή της καταβολής ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού ισχύει μέχρι την κοινοποίηση της απόφασης της Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών επί της ενδικοφανούς προσφυγής. Αν δεν εκδοθεί απόφαση, δηλαδή σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς, η αναστολή ισχύει μέχρι την άπρακτη πάροδο του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος για την έκδοσή της. Η αναστολή αυτή (της πληρωμής του 50%) δεν απαλλάσσει τον φορολογούμενο από την υποχρέωση καταβολής των τόκων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου στην περίπτωση που απορριφθεί η ενδικοφανής προσφυγή εν όλω ή εν μέρει.

Η ενδικοφανής προσφυγή πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο φορολογούμενος βασίζει το αίτημά του, τα οποία πρέπει να συνυποβάλλονται.

Από τις υπάρχουσες διατάξεις δεν έχει οριστεί ειδικός τύπος εγγράφου για τη σύνταξη της ενδικοφανούς προσφυγής. Αν και αποτελεί διοικητική προσφυγή εν τούτοις το περιεχόμενό της δεν την διαφοροποιεί από μία προσφυγή ως ένδικο μέσο. Συνεπώς μπορεί να έχει την τυπική εμφάνιση μιας κανονικής προσφυγής.

Επομένως το περιεχόμενό της πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α) να μνημονεύει με ακρίβεια:

i. την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη,

ii. την αρχή που εξέδωσε την πράξη αυτή ή που παρέλειψε την έκδοσή της,

iii. τους λόγους οι οποίοι θεμελιώνουν το αίτημα και τις διατάξεις στις οποίες στηρίζεται

β) να περιέχει σαφώς και καθορισμένο το αίτημα.

Αίτημα της ενδικοφανούς προσφυγής μπορεί να είναι:

α) η ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, ή

β) η τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης.

Με το έγγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής ο φορολογούμενος που δεν έχει την κατοικία ή την έδρα του στην Περιφέρεια Αττικής, πρέπει υποχρεωτικά να διορίσει αντίκλητο πρόσωπο που διαμένει ή έχει τον χώρο εργασίας του εντός Αττικής και να αναφέρει τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας μαζί του. Επίσης πρέπει να αναφέρονται και τα στοιχεία επικοινωνίας του ίδιου του αιτούντος (φορολογούμενος).

Ταυτόχρονα με την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής, συνυποβάλλεται και ηλεκτρονικός φάκελος (σε οπτικό δίσκο – CD ή USB κλπ.), στον οποίο περιλαμβάνονται σε μαγνητική μορφή και σε οποιαδήποτε αναγνώσιμη μορφή αρχείου:

α) η υποβληθείσα ενδικοφανής προσφυγή,

β) τα έγγραφα και δικαιολογητικά που επικαλείται (σε ηλεκτρονικά αρχεία), συνοδευόμενο από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνεται το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του ηλεκτρονικού φακέλου.

Η ενδικοφανής προσφυγή αποστέλλεται από την Αρμόδια Φορολογική Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα και τις απόψεις της, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή της, στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφοράς, προκειμένου η τελευταία να αποφανθεί.

Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στην Φορολογική Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφοράς εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον φορολογούμενο με τους τρόπους που έχουν προαναφερθεί, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΚΦΔ Ν. 4174/2013.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών την απόφασή της αιτιολογεί επαρκώς με νομικούς ή και πραγματικούς ισχυρισμούς. Με την απόφαση αυτή ακυρώνει, μερικά ή ολικά, ή τροποποιεί την αμφισβητούμενη πράξη. Στην απόφαση που εκδίδεται έχει ληφθεί υπόψη η ενδικοφανής προσφυγή, οι πληροφορίες που παρείχε ο φορολογούμενος, οι απόψεις της Φορολογικής Αρχής, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι σχετική με την υπόθεση.

Η απόφαση που εκδίδεται, αποτελεί νέα πράξη, έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παράγει τα δικά της έννομα αποτελέσματα. Κατά της απόφασης αυτής ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής (σε περίπτωση που παρέλθει η προθεσμία και η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν εκδώσει απόφαση), δύναται ο υπόχρεος να ασκήσει πλέον προσφυγή (ένδικο μέσο) σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν.2717/1999).

Την απόφαση της Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν έχει δικαίωμα να την αμφισβητήσει η Αρμόδια Φορολογική Αρχή που εξέδωσε την αρχική πράξη και οφείλει να την εκτελέσει.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω συμπεραίνουμε τα κάτωθι:

1. Η ενδικοφανής προσφυγή μπορεί να συνταχτεί και να υποβληθεί από το ίδιο τον φορολογούμενο ή τον αντίκλητό του (λογιστή ή άλλο πρόσωπο). Δηλαδή, δεν είναι απαραίτητο να έχει συνταχτεί και να υποβληθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο καθώς δεν αποτελεί ένδικο μέσο.

2. Θα πρέπει έχει προηγηθεί η εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής από την Διεύθυνση Επίλυση Διαφορών πριν την άσκηση προσφυγής στα Δικαστήρια Απευθείας προσφυγή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων θεωρείται ότι ασκείται απαράδεκτα και για το λόγο αυτό απορρίπτεται χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας.

Πηγή: taxheaven.gr

Πρόεδρος: Θ. Πεγιαζόγλου, Εφέτης

Δικηγόροι: Β. Καλφόπουλος, Ε. Καραγεωργίου

Εμπορική μίσθωση. Καθυστέρηση καταβολής μισθώματος. Επιδίκαση αποζημίωσης για το διαφυγόν κέρδος σε περίπτωση πρόωρης λύσης της εμπορικής μίσθωσης, λόγω καταγγελίας αυτής για καθυστέρηση μισθώματος.

Διατάξεις: άρθρα 281, 342, 574, 597 ΑΚ

[...] Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 24.6.2011 (αριθ. εκθ. καταθ. 26273/2011) αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξέθεσαν ότι δυνάμει του από 8.4.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεκμίσθωσαν για τρία έτη στην πρώτη εναγόμενη «Ο.», που αποτελεί αυτοτελές τμήμα, υπαγόμενο στη διοίκηση του δευτέρου εναγομένου, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Κ.», το περιγραφόμενο με λεπτομέρεια στην αγωγή μίσθιο αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος, ανερχόμενου για τα δύο πρώτα έτη στο ποσό των 550 ευρώ, προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιήσει ως βεστιάριο. Ότι, αν και η ανωτέρω μισθώτρια από 1.6.2009 έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2011 και για το λόγο αυτό κατήγγειλαν την ένδικη μίσθωση με την από 26.4.2011 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία μίσθωσης και πρόσκληση, που επιδόθηκε νομίμως στην πρώτη εναγόμενη στις 29.4.2011. Ότι η τελευταία δεν τους κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα εντός μηνός από την άνω καταγγελία και έτσι η μίσθωση έληξε στις 30.5.2011. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι κατέπεσε υπέρ αυτών, ως ποινική ρήτρα, η καταβληθείσα από την μισθώτρια εγγύηση, ύψους 530 ευρώ και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν α) το ποσό των (2.200 + 153 =) 2.353 ευρώ για μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2011 και τα έξοδα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως και β) το ποσό των 6.984 ευρώ, ως αποζημίωση και δη ως διαφυγόντα κέρδη από την πρόωρη καταγγελία αυτής, όπως τα επιμέρους ποσά εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή με το νόμιμο τόκο, κατά τα επίσης εκτιθέμενα σ’ αυτή (αγωγή). Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής τους ως προς την πρώτη εναγομένη «Ο.», ενώ το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Κ.» συνομολόγησε ότι οφείλει στους ενάγοντες - εκμισθωτές τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2011 συνολικού ποσού 2.196,32 ευρώ, καθώς και το ποσό των 153 ευρώ για τα έξοδα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως, πρόβαλε δε παραδεκτά και ένσταση συμψηφισμού α) του ποσού των 672,10 ευρώ που κατέβαλε στη ΔΕΗ με τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος ως έκτακτη εισφορά (ΕΕΤΗΔΕ) και β) του ποσού των 530 ευρώ που έδωσε ως εγγύηση κατά την υπογραφή του μισθωτικού συμβολαίου. Στη συνέχεια άσκησε με τις προτάσεις του, επικουρικά, ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι ενάγοντες να του καταβάλουν το άνω ποσό των 672,10 ευρώ που, κατά τα προαναφερθέντα, κατέβαλε στη ΔΕΗ για έκτακτο ειδικό τέλος ακινήτων ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ) και το ποσό των 530 ευρώ που κατέβαλε ως εγγύηση, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.202,10 ευρώ.

ο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την ανταγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση συμψηφισμού, απέρριψε την ανταγωγή, στη συνέχεια δε έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, διαιρετά και κατ’ ισομοιρία σε καθένα από αυτούς το ποσό των 8.665 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την κρινόμενη έφεσή του και ζητεί για τους εκτιθέμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό, α) να γίνει δεκτή η αγωγή μόνο για το ποσό των 2.196,32 ευρώ που αφορά στα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου Απριλίου και Μαΐου 2011, καθώς και για το ποσό των 153,00 ευρώ, που αφορά στα έξοδα της εξώδικης καταγγελίας, ήτοι συνολικά για το ποσό των 2.349,32 ευρώ και β) να γίνει δεκτή η ανταγωγή του για το άνω ποσό των 672,10 ευρώ, που κατέβαλε με το λογαριασμό της ΔΕΗ, ως έκτακτη εισφορά (ΕΕΤΗΔΕ), συμψηφιζομένου του ποσού αυτού και αφαιρουμένου από την ως άνω οφειλή του ποσού 2.349,32 ευρώ.

Κατά το άρθρο 574 ΑΚ, με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 597 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση. Κατά το άρθρο δε 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τις πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες, κατ’ άρθρο 44 του ΠΔ 34/1995 εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις συνάγεται ότι για να επέλθει η λήξη της μίσθωσης με καταγγελία για καθυστέρηση μισθώματος απαιτείται υπερημερία, ήτοι υπαίτια καθυστέρηση πληρωμής, η οποία τεκμαίρεται ότι υπάρχει αν έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα καταβολής και εναπόκειται στο μισθωτή να ισχυρισθεί κατ’ ένσταση και αποδείξει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει αυτός ευθύνη.

Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία, συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος. Όμως εύλογη αιτία δεν αποτελεί η από οποιαδήποτε αιτία μη καταβολή μισθώματος, οικονομική δυσχέρεια, η οποία δεν απαλλάσσει το μισθωτή από τις συνέπειες της υπερημερίας. Εξάλλου, ανώτερη βία είναι κάθε γεγονός στη συγκεκριμένη περίπτωση απρόβλεπτο, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέπειας (ΑΠ 1080/2001 ΕλλΔνη 2003,447). Τέλος, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 597 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ, σε περίπτωση πρόωρης λύσης της εμπορικής μίσθωσης, λόγω καταγγελίας αυτής για καθυστέρηση μισθώματος, ο εκκμισθωτής έχει κατά του μισθωτή αξίωση αποζημίωσης για το διαφυγόν κέρδος, ήτοι ολόκληρο το μίσθωμα του υπόλοιπου χρόνου της μίσθωσης, που απώλεσε εξαιτίας της πρόωρης λύσης της. Για την άσκηση του δικαιώματος αυτού, πρέπει να υφίσταται ο απαιτούμενος από τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαιτιότητας του μισθωτή και της ζημίας του εκμισθωτή από το διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 760/2000 ΕλλΔνη 2001,140, ΑΠ 617/2000 ΕλλΔνη 2000,141, ΕφΑθ 6748/2008 ΕλλΔνη 2009,1108, ΕφΑθ 7953/2006 ΕλλΔνη 2007,1486, ΕφΑθ 3742/2004 ΕλλΔνη 2005,578).

[...] Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 112,30 τ.μ. που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της οικοδομής επί της οδού Σ.Γ. αρ. ... της Πλατείας ... . Δυνάμει του από 8 Απριλίου 2009 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεκμίσθωσαν τον άνω επαγγελματικό χώρο στην «Ο.», που αποτελεί αυτοτελές τμήμα και υπάγεται στη διοίκηση του εναγόμενου, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Κ.», του τελευταίου ευθυνομένου αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την άνω μισθώτρια, προκειμένου αυτή (η μισθώτρια) να τον χρησιμοποιήσει ως βεστιάριο. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε τρία έτη (από 1.6.2009 έως 31.5.2012) και το μίσθωμα συμφωνήθηκε να ανέρχεται, για τα δύο πρώτα έτη μεν της μισθώσεως στο ποσό των 550 ευρώ το μήνα συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, μετά δε τη λήξη της πρώτης διετίας να αναπροσαρμόζεται σε ποσοστό 6% για κάθε επόμενη διετία. Το ως άνω συμφωνηθέν μίσθωμα έπρεπε να καταβάλει η μισθώτρια στους συνεκμίσθωτές, ενάγοντες, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μήνα. Κατά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού μισθώσεως, η μισθώτρια «Ο.» κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των 530 ευρώ ως εγγύηση για την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως μισθώσεως και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από αυτήν, το οποίο θα επιστρεφόταν στην μισθώτρια, εφόσον κατά τη λύση με οποιονδήποτε τρόπο της μίσθωσης δεν θα όφειλε μισθώματα. Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό απαγορεύθηκε ο συμψηφισμός του ποσού των 530 ευρώ με μισθώματα, ενώ ορίστηκε ότι αυτό θα καταπέσει υπέρ των συνεκμισθωτών ως ποινική ρήτρα σε περίπτωση μη εξόφλησης των οφειλών της μισθώτριας από τη μίσθωση αυτή. Η μισθώτρια, «Ο.» από την 1.6.2009 άρχισε να κάνει ανενόχλητα χρήση του άνω μισθίου, δεν κατέβαλε, όμως, τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2011 και για το λόγο αυτό οι ενάγοντες με την από 26.4.2011 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία μίσθωσης και πρόσκληση, που επιδόθηκε στη μισθώτρια στις 29.4.2011 κατήγγειλαν την ένδικη σύμβαση μισθώσεως και ζήτησαν να τους καταβάλει η τελευταία το ποσό των (550 x 3 =) 1650 ευρώ για τα άνω μισθώματα, καθώς και το ποσό των 153 ευρώ για τα έξοδα της καταγγελίας. Η μισθώτρια δεν κατέβαλε εμπροθέσμως, ήτοι εντός μηνός, τα ανωτέρω ποσά στους ενάγοντες και έτσι η επίδικη μίσθωση έληξε στις 30.5.2011. Συνεπώς, το εναγόμενο ΝΠΙΔ, ευθυνόμενο, κατά τα προαναφερθέντα, αλληλεγγύως με την μισθώτρια, οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του έτους 2011, συνολικού ποσού (550 ευρώ x 4 μήνες =) 2.200 ευρώ, καθώς και το άνω ποσό των 153 ευρώ για τα έξοδα της καταγγελίας, ήτοι συνολικά οφείλει το ποσό των (2.200 + 153 =) 2.353 ευρώ.

Περαιτέρω, από τα ίδια, πιο πάνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, από την, κατά τα ανωτέρω, λύση της επιδίκου συμβάσεως μισθώσεως, στις 30.5.2011, μέχρι τη συμβατική λήξη αυτής στις 31.5.2012, το μίσθιο των εναγόντων, παρά τις προσπάθειές τους, δεν κατέστη δυνατό να εκμισθωθεί σε νέο μισθωτή και παρέμεινε κενό για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να απωλέσουν εξαιτίας της ανωτέρας πρόωρης λύσης της μίσθωσης, τα μισθώματα του υπόλοιπου χρόνου αυτής, ήτοι μέχρι τις 31.5.2012. Τα παραπάνω προκύπτουν από την υπ’ αριθ. .../30.5.2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα των εναγόντων Ε.Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, η κατάθεση της οποίας έχει ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα εν προκειμένου, καθόσον αυτή είναι μεσίτρια, στην οποία οι ενάγοντες είχαν αναθέσει από τα μέσα του μηνός Ιουνίου του έτους 2011 την ανεύρεση νέου μισθωτή για το ως άνω ακίνητό τους. Κατά συνέπεια η «Ο.» οφείλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη τους, τα μισθώματα δώδεκα (12) μηνών (από 30.5.2011 έως 31.5.2012), ήτοι το συνολικό ποσό των (550 ευρώ το μίσθωμα x 6% η συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή x 12 μήνες =) 6.984 ευρώ.

Η ένσταση, που πρόβαλε παραδεκτά το εναγόμενο Κ., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, αλλά και με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπροθέσμως στο ανωτέρω Δικαστήριο, επαναφέρει δε με σχετικό λόγο έφεσης και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, όσον αφορά στο ανωτέρω ποσό των 6.984 ευρώ, είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως (άρθρα 262 και 216 ΚΠολΔ) , διότι δεν εκτίθενται, για το ορισμένο αυτής, περιστατικά που συγκροτούν την επικαλούμενη από το εναγόμενο κατάχρηση και δη συμπεριφορά των εναγόντων, η οποία να δημιούργησε σ’ αυτό εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το άνω δικαίωμά τους, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του με επαχθείς συνέπειες για το ίδιο (εναγόμενο) να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει τα όρια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 2102/2007 ΕλλΔνη 2008,424, ΑΠ 1516/2008 ΝοΒ 2009,917, AΠ 1029/2006 ΕλλΔνη 2009,462).

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η συνολική οφειλή του εναγομένου προς τους ενάγοντες από τις πιο πάνω αιτίες, ανέρχεται στο ποσό των (2.353 + 6.984 =) 9.337 ευρώ. Από το ποσό όμως αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 672 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η πιο πάνω μισθώτρια στη ΔΕΗ με το λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, ως έκτακτο ειδικό τέλος ακινήτων, συμψηφιζομένου του ποσού αυτού, κατά το άρθρο 53 παρ. 12 του Ν 4021/2011, αυτοδικαίως και άνευ ετέρου με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα. Επομένως, η συνολική οφειλή του εναγομένου ανέρχεται μετά ταύτα, στο ποσό των (9.337 - 672 =) 8.665 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκανε εν μέρει δεκτή την προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού για το άνω ποσό των 672 ευρώ και απέρριψε την επικουρικώς ασκηθείσα ανταγωγή, στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, διαιρετά και κατ’ ισομοιρία σε καθένα το ποσό των 8.665 ευρώ, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του. Σημειωτέον ότι η μνημονευόμενη στο εφετήριο διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση, διότι η εφαρμογή αυτής (διάταξης) προϋποθέτει απαραιτήτως παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης ή τη λύση αυτής (ΑΠ 212/2000 ΕλλΔνη 2000,755, ΑΠ 1512/2000 ΕλλΔνη 42,1327, ΕφΘεσ 104/2007 Αρμ 2007,1176), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω», αφού στις 10 Ιουνίου 2011 η μισθώτρια παρέδωσε την κατοχή (και τα κλειδιά) του μισθίου ακινήτου στους ενάγοντες - εκμισθωτές, συνταχθέντος και του με την ίδια ημερομηνία πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής μισθίου. Επομένως, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί το εκκαλούν, εξαιτίας της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). [...]

Πηγή: nbonline.gr

Επικοινωνήστε μαζί μας

Η έγκαιρη και έγκυρη νομική βοήθεια αποφέρει τα ίδια αποτελέσματα με την αντίστοιχη ιατρική βοήθεια: Μπορεί να σας διαφυλάξει από δυσάρεστες καταστάσεις και διόγκωση του προβλήματος σας.
Στο σταθερό και κινητό τηλέφωνο ή στο e-mail είμαστε στη διάθεσή σας να μοιραστούμε το ζήτημα σας, παρέχοντας την κατάλληλη νομική υποστήριξη με έμπειρους και εξειδικευμένους συνεργάτες.
Στείλτε μας ένα email με συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης σας και θα λάβετε απάντηση από το συνεργάτη που θα αναλάβει τη διεκπεραίωσή της.