ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ (15)

ΑΠΟΦΑΣΗ 116/ΕΜ/2018

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ

Δικηγόρος: Λάζαρος Κουμπουλίδης

Αντικείμενο: Δικαστική Συμπαράσταση

Δεκτό το αίτημα για αντικατάσταση του θανόντος δικαστικού συμπαραστάτη με το διορισμό νέου δικαστικού συμπαραστάτη, που προηγουμένως είχε την ιδιότητα του Προέδρου του εποπτικού συμβουλίου, και διορισμός νέου μέλους του εποπτικού συμβουλίου.

ΑΠΟΦΑΣΗ: 16/ΤΠ/2017 ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΒΕΡΟΙΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Λάζαρος Θ. Κουμπουλίδης

Δεκτή η αγωγή των εναγόντων. Καταχρηστικός ο όρος της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο οι καταβολές θα γίνονται είτε σε ευρώ είτε σε ελβετικά φράγκα (CHF) με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως από την τράπεζα του οικείου συναλλάγματος σύμφωνα με τα ισχύοντα στη διατραπεζική αγορά, και ως εκ τούτου άκυρος, με συνέπεια οι καταβολές, που οι ενάγοντες πραγματοποιούν σε ευρώ προς εκπλήρωση των απορρεουσών από τη σύμβαση υποχρεώσεών τους, να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγόμενη τράπεζα σε ελβετικά φράγκα, με βάση τη μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία (1,65), που ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου.

Επισυνάπτεται το κείμενο της απόφασης.

Με την ΠΟΛ 1024/2016 παρέχονται διευκρινίσεις για τις διατάξεις του Ν. 4346/2015 (ΦΕΚ Α΄152/20-11-2015) που αφορούν στη φορολογική μεταχείριση ανείσπρακτων εισοδημάτων από 01/01/2015 και μετά από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας.
 
Συγκεκριμένα:
  1. Με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 4346/2015 (ΦΕΚ Α΄ 152) προστέθηκε στο άρθρο 39 του Ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α΄ 167) νέα παράγραφος 4, η οποία ισχύει για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1/1/2015 και μετά και σύμφωνα με την οποία ορίζεται ότι, τα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας, τα οποία δεν έχουν εισπραχθεί από τον δικαιούχο, δεν συνυπολογίζονται στο συνολικό εισόδημά του, εφόσον έως την προθεσμία υποβολής της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, έχει εκδοθεί εις βάρος του μισθωτή διαταγή πληρωμής ή διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου ή δικαστική απόφαση αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων ή έχει ασκηθεί εναντίον του μισθωτή αγωγή αποβολής ή επιδίκασης μισθωμάτων. Τα εν λόγω εισοδήματα φορολογούνται στο έτος και κατά το ποσό που αποδεδειγμένα εισπράχθηκαν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 8. Τα μη εισπραχθέντα εισοδήματα δηλώνονται σε ειδικό κωδικό ανείσπρακτων εισοδημάτων από εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
  2. Προκειμένου να δηλωθούν ως ανείσπρακτα τα εισοδήματα από την εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας θα πρέπει να προσκομίζονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., πριν από την υποβολή της δήλωσης, ευκρινή φωτοαντίγραφα (φωτοτυπίες), κατά το άρθρο 1 του Ν. 4250/2014 (ΦΕΚ Α΄74), των διαταγών, δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ή αγωγών που έχουν ασκηθεί, έως και την προθεσμία υποβολής της ετήσιας δήλωσης.
  3. Διευκρινίζεται ότι τα ανείσπρακτα εισοδήματα θα δηλώνονται στο έντυπο «ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΜΙΣΘΩΜΑΤΑ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ» Ε2 και θα μεταφέρονται σε ειδικό κωδικό του εντύπου Ε1 κατά την υποβολή της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Διοικητική εκτέλεση. Σε περίπτωση μη συντάξεως απογραφής από τους έχοντες τη γονική μέριμνα ανηλίκου κληρονόμου, ο τελευταίος οφείλει να συντάξει την απογραφή εντός έτους από την ενηλικίωσή του. Εντός της ίδιας προθεσμίας δικαιούται να αποποιηθεί την κληρονομία. Εφόσον ο αναιρεσείων αποποιήθηκε νομότυπα την κληρονομία του παππού του, όταν ενηλικιώθηκε, μη νομίμως επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος του, ως μη κατά το νόμο υπόχρεου, για χρέη της κληρονομίας. Εσφαλμένη αντίθετη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την αριθ. 11933/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών).

Αριθμός 371/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ’ Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Σ. Λαμπροπούλου, Ε. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του ΣΤ’ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 20 Νοεμβρίου 2008 αίτηση:

του ................. , κατοίκου Ν. Ιωνίας Αττικής (....................), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Κωνστ. Καρακώστα (Α.Μ. 8817), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Κωνστ. Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 11933/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ε. Μελισσαρίδη.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα υπ’ αριθ. 858365, 858366/2008 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία εισάγεται μετά την έκδοση της 1551/2013 αναβλητικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζητείται η αναίρεση της 11933/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ’ αριθ. 2273/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε αυτή, και τελικώς απορρίφθηκε η, γενομένη δεκτή πρωτοδίκως, ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της 2271/6.12.2000 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου, ιδιοκτησίας του τελευταίου, επιβληθείσα για χρέη του προς το Ελληνικό Δημόσιο, συνολικού ύψους 165.234.403 δραχμών.

3. Επειδή, στο άρθρο 73 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974, Α’ 90) ορίζονται τα εξής: «1. …2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται … δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α)…ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεος, στ) …». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 περ. α’ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97) ορίζεται ότι: «Κατά την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας, εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφορετικά επιτρέπεται: α) με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 5 να κριθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς…», ενώ, σύμφωνα με το άρθρ. 217 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, και, ιδίως, κατά: α) …β) της κατασχετήριας έκθεσης».

4. Επειδή, εξάλλου, στον Αστικό Κώδικα ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1847 «Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της…», Αρθρο 1850 «… Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή», Άρθρο 1527 «Η κληρονομιά που επάγεται σε ανήλικο τέκνο θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής, και το τέκνο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1912, δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα αυτό..» Αρθρο 1902 «Όσο ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία, μπορεί να δηλώσει ότι την αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής. Η δήλωση γίνεται στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. Η δήλωση αποδοχής θεωρείται ότι έγινε με το ευεργέτημα της απογραφής, αν ο κληρονόμος είναι πρόσωπο για το οποίο η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής», Αρθρο 1903 «Ο κληρονόμος με απογραφή οφείλει να τελειώσει την απογραφή της κληρονομικής περιουσίας μέσα σε τέσσερις μήνες αφότου γίνει η δήλωση του προηγούμενου άρθρου». Αρθρο 1912 «Σε περίπτωση προσώπων ανικάνων ή με περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία, για τα οποία η αποδοχή της κληρονομίας γίνεται κατά το νόμο με το ευεργέτημα της απογραφής, έκπτωση από το ευεργέτημα επειδή δεν συντάχθηκε απογραφή επέρχεται αν μέσα σ’ ένα χρόνο, αφότου τα πρόσωπα έγιναν απεριορίστως ικανά, δεν έκαναν απογραφή». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, σε συνδυασμό με τις προηγούμενες, σε περίπτωση μη συντάξεως απογραφής από τους έχοντες τη γονική μέριμνα ανηλίκου κληρονόμου, το σχετικό δικαίωμα περιέρχεται στον ενηλικιούμενο κληρονόμο, ο οποίος οφείλει, με την απειλή εκπτώσεως από το ευεργέτημα, να συντάξει την απογραφή εντός έτους από την ενηλικίωσή του. Εφόσον, επομένως, στην περίπτωση αυτή ο ενηλικιούμενος κληρονόμος δεν εκπίπτει από το ευεργέτημα της απογραφής, δικαιούται, πολλώ μάλλον, εντός της αυτής ετήσιας προθεσμίας, να αποποιηθεί την κληρονομία (βλ. ΣτΕ 2862/2013).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, στις 20.6.1994 απεβίωσε στην Αθήνα ο παππούς του αναιρεσείοντα, κατάχρεως. Στις 13.10.1994, η μητέρα του αναιρεσείοντα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος αποποιήθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, ο οποίος γεννήθηκε στις 8.2.1980, εντός τετραμήνου από την ενηλικίωσή του και συγκεκριμένα στις 3.4.1998, προέβη σε αποποίηση της εν λόγω κληρονομίας ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την 2271/6.12.2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κατασχέθηκε το ½ εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος μιας εν μέρει διώροφης και εν μέρει μονόρωφης οικοδομής, μετά του αναλογούντος οικοπέδου, που κείται στον Δήμο Νέας Ιωνίας, η οποία περιήλθε στον αναιρεσείοντα από κληρονομία, για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, ποσού 165.234.403 δραχμών, η οποία καταλογίσθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος ως κληρονόμου της περιουσίας του παππού του. Η απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση προερχόταν από πρόστιμα Κ.Φ.Σ., πρόστιμο του άρθρου 48 του ν. 1642/1986, πρόστιμα ΚΒΣ, φόρο εισοδήματος, πρόστιμο του άρθρου 67 του ν.δ 3323/1955 καθώς και από έξοδα διοικητικής εκτελέσεως. Κατά της προαναφερόμενης έκθεσης ο αναιρεσείων άσκησε ανακοπή, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι μη νόμιμα εκδόθηκε η προσβαλλομένη έκθεση εφόσον μετά την, κατά τους ισχυρισμούς του, εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας, δεν είχε την ιδιότητα του κληρονόμου του παππού του. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η ένδικη κατάσχεση, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων εμπροθέσμως αποποιήθηκε την κληρονομία, εντός της τετραμήνου προθεσμίας από την ενηλικίωσή του, με την από 22.4.1997 δήλωση αποποίησής του στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το Ελληνικό Δημόσιο. Το δικάσαν εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς του κατέστη κληρονόμος επ’ ωφελεία απογραφής, εφόσον μέχρι τις 13.2.1995, δηλαδή μέσα στην προθεσμία τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία αποποίησης της κληρονομίας από τη μητέρα του, οι νόμιμοι εκπρόσωποί του δεν προέβησαν σε αποποίηση της κληρονομίας.

Στη συνέχεια, το δικάσαν εφετείο δέχθηκε ότι από το δικαίωμα του κληρονόμου επ’ ωφελεία απογραφής ο αναιρεσείων εξέπεσε εφόσον δεν συνέταξε απογραφή εντός ενός έτους από την ενηλικίωσή του, με αποτέλεσμα να καταστεί κληρονόμος τόσο για το ενεργητικό όσο και για το παθητικό της κληρονομίας, ενώ η δήλωση αποποίησης της κληρονομίας στην οποία αυτός προέβη μετά την ενηλικίωσή του δεν είχε καμία έννομη συνέπεια. Ενόψει αυτών, το δικάσαν εφετείο δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας την ανακοπή, δέχθηκε ότι με τις προαναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις νομίμως βεβαιώθηκαν αφενός σε βάρος του αποβιώσαντος τα οφειλόμενα ποσά, χωρίς να απαιτείται νέα βεβαίωση στο όνομα των κληρονόμων του, αρκεί που υπήρξε επιμερισμός τους κατά το μέρος της κληρονομικής μερίδας, αφετέρου ότι νομίμως βεβαιώθηκαν στο όνομα του αναιρεσείοντα και του αδελφού του τα χρέη που προέκυψαν μετά την έκδοση των απορριπτικών αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου επί των προσφυγών που είχε ασκήσει ο αποβιώσας κατά των οικείων καταλογιστικών πράξεων. Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι μόνο ο αποβιώσας ενομιμοποιείτο (κατ’ άρθρο 74 ΚΦΔ) είτε στην άσκηση αιτήσεων αναστολής κατά το ποσοστό του προβεβαιουμένου ποσοστού φόρου ή προστίμου είτε στην άσκηση προσφυγών κατά των οικείων καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες οριστικοποιήθηκαν μετά την έκδοση των σχετικών απορριπτικών αποφάσεων, απορρίπτοντας τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα με το δικόγραφο της ανακοπής. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και στη συνέχεια δίκασε και απέρριψε την ανακοπή.

6. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στη σκέψη 4, εφόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη, είχε χωρήσει εκ μέρους του αναιρεσείοντος, όταν αυτός ενηλικιώθηκε, αποποίηση της κληρονομίας του παππού του, εντός, πάντως, της ετήσιας προθεσμίας που τάσσεται από το άρθρο 1912 ΑΚ για τη διενέργεια της απογραφής, ο αναιρεσείων δεν είχε πλέον ούτε δικαιώματα ούτε υποχρεώσεις από την εν λόγω κληρονομία, και επομένως μη νομίμως, χωρίς προηγουμένως να έχει ανατραπεί ή να έχει αμφισβητηθεί από το Δημόσιο το γεγονός της ως άνω αποποιήσεως, επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος του, ως μη κατά το νόμο υπόχρεου. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, καθισταμένης αλυσιτελούς της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

7. Επειδή, μετά την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 11933/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος (αρθρ. 57§2 π.δ. 18/89, Α’ 8), προχωρεί δε στην εκδίκαση της από 5.4.2002 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και απορρίπτει αυτήν δεδομένου ότι ορθώς, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε την από 3.1.2001 ανακοπή και ακύρωσε, δυνάμει του αρθρ. 73 παρ. 2 εδ. ε του ν.δ. 356/74, την 2271/6.12.2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, ως εκδοθείσα κατά προσώπου μη κατά νόμον υποχρέου, σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 11933/2007 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση, δικάζει και απορρίπτει την από 5.4.2002 έφεση του αναιρεσιβλήτου.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της αιτήσεως αναιρέσεως και

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου της

Επικρατείας, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ, ενώ απαλλάσσει το Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη για την κατ’ έφεση δίκη.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 2014.

Ο Πρόεδρος του Στ` Τμήματος                                        Η Γραμματέας του Στ` Τμήματος

Αθ. Ράντος                                                                                    Ελ. Γκίκα

Ρ.Κ.


 

Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου*

Τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης έχουν προκύψει περισσότερα προβλήματα με τις μισθώσεις από ό,τι στο παρελθόν. Η αδυναμία του μισθωτή να πληρώνει το μίσθωμα, η λήξη της μίσθωσης, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την μισθωτική σχέση δεν είναι γνωστά και κατανοητά σε όλους.

Πολύ περιληπτικά θα αναφέρουμε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκμισθωτών και μισθωτών τόσο στην μίσθωση κατοικίας όσο και στην επαγγελματική μίσθωση

Η μίσθωση κατοικίας ισχύει τουλάχιστον για τρία χρόνια και αν ακόμα έχει συμφωνηθεί μικρότερος ή αόριστος χρόνος. Αν ο χρόνος που αναγράφεται στο μισθωτήριο έχει καθοριστεί μικρότερος της τριετίας και δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος, για τον υπόλοιπο χρόνο, μέχρι συμπληρώσεως της 3-ετίας, το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του τιμαρίθμου του κόστους ζωής που δίνει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες. Στην πράξη λόγω της οικονομικής κρίσης, τα τελευταία χρόνια, το μίσθωμα παραμένει σταθερό καθ’όλη την διάρκεια της μίσθωσης ενώ σε άλλες περιπτώσεις μειώνεται. Ο ιδιοκτήτης έχει την υποχρέωση να παραδώσει στον ενοικιαστή την κατοικία κατάλληλη για τη χρήση που συμφωνήθηκε και να την διατηρεί κατάλληλα κατά τη μίσθωση, επιβαρυνόμενος με τα έξοδα επισκευής των βασικών λειτουργιών της κατοικίας. Η εγγύηση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από δύο μισθώματα. Ο ιδιοκτήτης φέρει τα βάρη του μισθίου, πχ επιβαρύνεται με τους φόρους του ακινητου και τα έξοδα αυτού, αποδίδοντας στον ενοικιαστή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο. Ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές στο μίσθιο που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση. Η καθυστέρηση καταβολής των δαπανών κοινοχρήστων λογίζεται σαν καθυστέρηση μισθώματος και μπορεί να προκαλέσει καταγγελία της μίσθωσης από μέρους του εκμισθωτή. Η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει μόλις περάσει το διάστημα αυτό, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Θεωρείται ότι ανανεώνεται για αόριστο χρόνο όταν, μετά την παρέλευση του συμφωνημένου με το μισθωτήριο συμβόλαιο χρόνου, ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την κατοικία και ο  εκμισθωτής δεν εναντιώνεται. Όταν η  μίσθωση μετατραπεί σε  αόριστης διάρκειας, μετά την παρέλευση της τριετίας, λήγει με καταγγελία του ιδιοκτήτη ή του ενοικιαστή, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα να αποχωρήσει πριν από τη λήξη του μισθωτηρίου συμβολαίου. Σε περίπτωση που θελήσει να φύγει είναι υποχρεωμένος να καταβάλει τα μισθώματα που υπολείπονται, κάτι που μπορεί να απαιτήσει και ο εκμισθωτής με αγωγή. Ο μισθωτής δεν υποχρεούται στην καταβολη των μισθωμάτων  αν αποδείξει δικαστικά ή εξώδικα ότι δεν του παραχωρήθηκε η χρήση ή του αφαιρέθηκε αργότερα,  ότι η χρήση του μισθίου συνεπάγεται σπουδαίο κίνδυνο της υγείας του ιδιου ή των συνοικούντων οικείων του), εάν είναι δημόσιος υπάλληλος και μετατεθεί και γενικά αν επικαλεστεί σπουδαίο λόγο ή σοβαρή παράβαση του εκμισθωτή.

Στις νέες επαγγελματικές μισθώσεις η διάρκειά τους καθορίζεται κατ΄ αρχήν ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους. Αν συμφωνηθεί χρόνος μεγαλύτερος από την τριετία, ισχύει ο μεγαλύτερος, υποχρεωτικά και για τις δύο πλευρές. Αν όμως συμφωνηθεί μικρότερος από την τριετία, ή δεν συμφωνηθεί συγκεκριμένη διάρκεια (μίσθωση αορίστου χρόνου), τότε ισχύει η ελάχιστη τριετής διάρκεια που δεσμεύει και τα δύο μέρη. Τα μέρη θα έχουν την απόλυτη ευχέρεια να διαπραγματεύονται και να συμφωνούν διαφοροποιημένο χρόνο δέσμευσης, ανάλογα με τις ανάγκες τους, όχι όμως μικρότερο από την τριετία. Θα είναι δηλαδή συνήθεις στην πράξη και απόλυτα έγκυρες οι μισθώσεις με μεγάλη συμβατική διάρκεια υπέρ του μισθωτή, αλλά με δέσμευσή του να παραμείνει στο μίσθιο μόνον για μια 3ετία.

Οι νέες μισθώσεις θα μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Η καταγγελία τους από τον εκμισθωτή ή το μισθωτή, μετά τη λήξη του συμβατικού τους χρόνου, ή της νόμιμης τριετίας αν ο συμβατικός χρόνος είναι μικρότερος, γίνεται εγγράφως και η μίσθωση λύνεται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της. Στις νέες μισθώσεις δεν έχουν εφαρμογή οι παλαιές διατάξεις περί διάρκειας, ιδιόχρησης, ανοικοδόμησης, αποζημίωσης άυλης εμπορικής αξίας κλπ.

Στις ήδη υπάρχουσες μισθώσεις  δεν θίγεται το δικαίωμα του μισθωτή για 12ετή παραμονή στο μίσθιο, αν η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη, ούτε φυσικά στις μισθώσεις με μεγαλύτερη συμβατική διάρκεια. Όμως κατά τη λήξη της 12ετίας δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση του εκμισθωτή να καταβάλει αποζημίωση 24 μηνιαίων μισθωμάτων, ούτε και ισχύει πλέον η 4ετής αυτόματη παράταση της διάρκειάς της.

Οι υπάρχουσες μισθώσεις μπορούν να λυθούν με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Μετά τη λήξη τους οι μισθώσεις αυτές μπορούν να καταγγελθούν ελεύθερα από τον εκμισθωτή ή το μισθωτή, δηλαδή, αν πρόκειται για τη συνήθη περίπτωση μισθώματος που έχει οριστεί να καταβάλλεται κατά μήνα, τουλάχιστον πριν από 15 ημέρες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα. Μονομερής καταγγελία τους από το μισθωτή γίνεται με τις ως τώρα ισχύουσες προϋποθέσεις (δηλαδή μετά έτος από την έναρξη, με τρίμηνη προειδοποίηση και αποζημίωση του εκμισθωτή με ένα μηνιαίο μίσθωμα).

Η προθεσμία για την καταγγελία ιδιόχρησης/ανοικοδόμησης είναι μετά 9-18 μήνες, αντί 18-30 που ίσχυε με το παλιό καθεστώς.

Η αποζημίωση για την ιδιόχρηση ανέρχεται σε 8-15 μισθώματα και σε 15-20 για όμοια επιχείρηση.  Για την ανοικοδόμηση είναι 6-9 μισθώματα. Παραμένουν όμως οι αυστηρότατες συνέπειες σε όσους εκμισθωτές καταγγείλουν τις μισθώσεις, αλλά μετά αθετήσουν τις νόμιμες δεσμεύσεις τους

Σε περίπτωση μη πληρωμής των μισθωμάτων ή καθυστέρησης της καταβολής, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση, να ζητήσει τα οφειλόμενα μισθώματα και να αποβάλει τον μισθωτή από το μίσθιο.

Η διαδικασία έξωσης ξεκινάει με εξώδικη προειδοποίηση και μετά την πα΄ροδο 15 ημέρων από την κοινοποίηση του εξωδίκου και την μη εξόφληση των οφειλομένων, ο εκμισθωτής μπορεί να αιτηθεί την εκδοση δγης αποδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων.

Η διαδικασία είναι σύντομη και αν εντός 15 ημερών ο μισθωτής δεν προβεί σε ανακοπή ξεκινά η διαδικασία της έξωσης του με δικαστικό επιμελητή.

Αναστασία Χρ. Μήλιου Δικηγόρος παρ’ Εφέταις Αθηνών, Λεωφ. Μεσογείων 403, Αγία Παρασκευή, Τηλ. 213-0338950,  6945-028153 e-mail:Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε., www.legalaction.gr fb: Αναστασία Μήλιου.

Πηγή: curia.gr 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ
Αριθμός Απόφασης: 235/ΑΦ/2015


Δικαστής: Απόστολος Μπουσουλέγκας, Πρωτοδίκης
Δικηγόρος: Λάζαρος Κουμπουλίδης


Αντικείμενο: Αναστολή εκτέλεσης απογράφων μισθωτηρίων που συντάχθηκαν με συμβολαιογραφικό τύπο.


Εύλογη αβεβαιότητα μισθωτή περί των αντισυμβαλλομένων του εκμισθωτών λόγω μη ύπαρξης νομότυπου πρακτικού εκπροσώπησης συνιδιοκτητών. Έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης για την έκδοση των απογράφων κι αοριστία αυτών λόγω μη ονομαστικής αναφοράς ενός εκάστου των συνιδιοκτητών. Σύννομη η δημόσια παρακατάθεση στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων του συνόλου των μισθωμάτων υπέρ των συνιδιοκτητών και εξόφληση της απαίτησης. Καταχρηστική κρίνεται η συνέχιση της εκτέλεσης και αποβολή του μισθωτή από τα μίσθια ακίνητα λόγω εξόφλησης των μισθωμάτων παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν εκπρόθεσμη λόγω της αδυναμίας συγκρότησης νόμιμης επιτροπής εκπροσώπησης των συνιδιοκτητών για την εμπρόθεσμη καταβολή σε αυτήν των οφειλομένων μισθωμάτων. Ανεπίτρεπτη μεταβολή της νομικής βάσης της εκτέλεσης σε αξίωση αποζημίωσης χρήσης αντί των οφειλόμενων μισθωμάτων όπως αναφέρεται στα απόγραφα προς εκτέλεση. Πιθανολόγηση από το δικαστήριο ότι ο αιτών την αναστολή της εκτέλεσης θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση απόδοσης του μισθίου, ενώ αντιθέτως οι συνιδιοκτήτες δεν θα υποστούν καμία βλάβη, καθώς έχει καταβληθεί νομίμως το σύνολο των οφειλόμενων μισθωμάτων.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015 06:51

Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων

Γράφτηκε από τον

ΑΠΟΦΑΣΗ 31717/2010

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Δικαστής: Ιουλία Αργυροπούλου

Δικηγόρος του καθ'ου η αίτηση: Λάζαρος Κουμπουλίδης

Με την αίτηση δια της συζύγου για διατροφή συζύγου και τέκνων μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένα 17 ετών, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπ' όψη του το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση σύζυγος βρισκότανε σε μακρόχορνη διάσταση με την αιτούσα σύζυγό του κατά το χρονικό διάστημα βρισκόταν σε συμβίωση με άλλη σύντροφο με την οποία έχει ανήλικο τέκνο, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη επειδή στερούταν το στοιχείο της συνδρομής του κατ' επείγοντος.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015 10:21

ΜEφΘεσ 2541/2013 [Πρόωρη λύση της σύμβασης μίσθωσης]

Γράφτηκε από τον

Πρόεδρος: Θ. Πεγιαζόγλου, Εφέτης

Δικηγόροι: Β. Καλφόπουλος, Ε. Καραγεωργίου

Εμπορική μίσθωση. Καθυστέρηση καταβολής μισθώματος. Επιδίκαση αποζημίωσης για το διαφυγόν κέρδος σε περίπτωση πρόωρης λύσης της εμπορικής μίσθωσης, λόγω καταγγελίας αυτής για καθυστέρηση μισθώματος.

Διατάξεις: άρθρα 281, 342, 574, 597 ΑΚ

[...] Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι με την από 24.6.2011 (αριθ. εκθ. καταθ. 26273/2011) αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξέθεσαν ότι δυνάμει του από 8.4.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεκμίσθωσαν για τρία έτη στην πρώτη εναγόμενη «Ο.», που αποτελεί αυτοτελές τμήμα, υπαγόμενο στη διοίκηση του δευτέρου εναγομένου, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Κ.», το περιγραφόμενο με λεπτομέρεια στην αγωγή μίσθιο αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος, ανερχόμενου για τα δύο πρώτα έτη στο ποσό των 550 ευρώ, προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιήσει ως βεστιάριο. Ότι, αν και η ανωτέρω μισθώτρια από 1.6.2009 έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2011 και για το λόγο αυτό κατήγγειλαν την ένδικη μίσθωση με την από 26.4.2011 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία μίσθωσης και πρόσκληση, που επιδόθηκε νομίμως στην πρώτη εναγόμενη στις 29.4.2011. Ότι η τελευταία δεν τους κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα εντός μηνός από την άνω καταγγελία και έτσι η μίσθωση έληξε στις 30.5.2011. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι κατέπεσε υπέρ αυτών, ως ποινική ρήτρα, η καταβληθείσα από την μισθώτρια εγγύηση, ύψους 530 ευρώ και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν α) το ποσό των (2.200 + 153 =) 2.353 ευρώ για μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2011 και τα έξοδα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως και β) το ποσό των 6.984 ευρώ, ως αποζημίωση και δη ως διαφυγόντα κέρδη από την πρόωρη καταγγελία αυτής, όπως τα επιμέρους ποσά εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή με το νόμιμο τόκο, κατά τα επίσης εκτιθέμενα σ’ αυτή (αγωγή). Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής τους ως προς την πρώτη εναγομένη «Ο.», ενώ το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία «Κ.» συνομολόγησε ότι οφείλει στους ενάγοντες - εκμισθωτές τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2011 συνολικού ποσού 2.196,32 ευρώ, καθώς και το ποσό των 153 ευρώ για τα έξοδα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως, πρόβαλε δε παραδεκτά και ένσταση συμψηφισμού α) του ποσού των 672,10 ευρώ που κατέβαλε στη ΔΕΗ με τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος ως έκτακτη εισφορά (ΕΕΤΗΔΕ) και β) του ποσού των 530 ευρώ που έδωσε ως εγγύηση κατά την υπογραφή του μισθωτικού συμβολαίου. Στη συνέχεια άσκησε με τις προτάσεις του, επικουρικά, ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι ενάγοντες να του καταβάλουν το άνω ποσό των 672,10 ευρώ που, κατά τα προαναφερθέντα, κατέβαλε στη ΔΕΗ για έκτακτο ειδικό τέλος ακινήτων ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ) και το ποσό των 530 ευρώ που κατέβαλε ως εγγύηση, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.202,10 ευρώ.

ο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αγωγή και την ανταγωγή, έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση συμψηφισμού, απέρριψε την ανταγωγή, στη συνέχεια δε έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, διαιρετά και κατ’ ισομοιρία σε καθένα από αυτούς το ποσό των 8.665 ευρώ.

Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την κρινόμενη έφεσή του και ζητεί για τους εκτιθέμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό, α) να γίνει δεκτή η αγωγή μόνο για το ποσό των 2.196,32 ευρώ που αφορά στα οφειλόμενα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου Απριλίου και Μαΐου 2011, καθώς και για το ποσό των 153,00 ευρώ, που αφορά στα έξοδα της εξώδικης καταγγελίας, ήτοι συνολικά για το ποσό των 2.349,32 ευρώ και β) να γίνει δεκτή η ανταγωγή του για το άνω ποσό των 672,10 ευρώ, που κατέβαλε με το λογαριασμό της ΔΕΗ, ως έκτακτη εισφορά (ΕΕΤΗΔΕ), συμψηφιζομένου του ποσού αυτού και αφαιρουμένου από την ως άνω οφειλή του ποσού 2.349,32 ευρώ.

Κατά το άρθρο 574 ΑΚ, με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 597 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση. Κατά το άρθρο δε 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Από τις πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες, κατ’ άρθρο 44 του ΠΔ 34/1995 εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις συνάγεται ότι για να επέλθει η λήξη της μίσθωσης με καταγγελία για καθυστέρηση μισθώματος απαιτείται υπερημερία, ήτοι υπαίτια καθυστέρηση πληρωμής, η οποία τεκμαίρεται ότι υπάρχει αν έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα καταβολής και εναπόκειται στο μισθωτή να ισχυρισθεί κατ’ ένσταση και αποδείξει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει αυτός ευθύνη.

Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία, συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος. Όμως εύλογη αιτία δεν αποτελεί η από οποιαδήποτε αιτία μη καταβολή μισθώματος, οικονομική δυσχέρεια, η οποία δεν απαλλάσσει το μισθωτή από τις συνέπειες της υπερημερίας. Εξάλλου, ανώτερη βία είναι κάθε γεγονός στη συγκεκριμένη περίπτωση απρόβλεπτο, το οποίο ήταν αδύνατο να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέπειας (ΑΠ 1080/2001 ΕλλΔνη 2003,447). Τέλος, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 597 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ, σε περίπτωση πρόωρης λύσης της εμπορικής μίσθωσης, λόγω καταγγελίας αυτής για καθυστέρηση μισθώματος, ο εκκμισθωτής έχει κατά του μισθωτή αξίωση αποζημίωσης για το διαφυγόν κέρδος, ήτοι ολόκληρο το μίσθωμα του υπόλοιπου χρόνου της μίσθωσης, που απώλεσε εξαιτίας της πρόωρης λύσης της. Για την άσκηση του δικαιώματος αυτού, πρέπει να υφίσταται ο απαιτούμενος από τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαιτιότητας του μισθωτή και της ζημίας του εκμισθωτή από το διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 760/2000 ΕλλΔνη 2001,140, ΑΠ 617/2000 ΕλλΔνη 2000,141, ΕφΑθ 6748/2008 ΕλλΔνη 2009,1108, ΕφΑθ 7953/2006 ΕλλΔνη 2007,1486, ΕφΑθ 3742/2004 ΕλλΔνη 2005,578).

[...] Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 112,30 τ.μ. που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της οικοδομής επί της οδού Σ.Γ. αρ. ... της Πλατείας ... . Δυνάμει του από 8 Απριλίου 2009 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεκμίσθωσαν τον άνω επαγγελματικό χώρο στην «Ο.», που αποτελεί αυτοτελές τμήμα και υπάγεται στη διοίκηση του εναγόμενου, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Κ.», του τελευταίου ευθυνομένου αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την άνω μισθώτρια, προκειμένου αυτή (η μισθώτρια) να τον χρησιμοποιήσει ως βεστιάριο. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε τρία έτη (από 1.6.2009 έως 31.5.2012) και το μίσθωμα συμφωνήθηκε να ανέρχεται, για τα δύο πρώτα έτη μεν της μισθώσεως στο ποσό των 550 ευρώ το μήνα συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, μετά δε τη λήξη της πρώτης διετίας να αναπροσαρμόζεται σε ποσοστό 6% για κάθε επόμενη διετία. Το ως άνω συμφωνηθέν μίσθωμα έπρεπε να καταβάλει η μισθώτρια στους συνεκμίσθωτές, ενάγοντες, εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μισθωτικού μήνα. Κατά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού μισθώσεως, η μισθώτρια «Ο.» κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των 530 ευρώ ως εγγύηση για την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως μισθώσεως και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από αυτήν, το οποίο θα επιστρεφόταν στην μισθώτρια, εφόσον κατά τη λύση με οποιονδήποτε τρόπο της μίσθωσης δεν θα όφειλε μισθώματα. Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό απαγορεύθηκε ο συμψηφισμός του ποσού των 530 ευρώ με μισθώματα, ενώ ορίστηκε ότι αυτό θα καταπέσει υπέρ των συνεκμισθωτών ως ποινική ρήτρα σε περίπτωση μη εξόφλησης των οφειλών της μισθώτριας από τη μίσθωση αυτή. Η μισθώτρια, «Ο.» από την 1.6.2009 άρχισε να κάνει ανενόχλητα χρήση του άνω μισθίου, δεν κατέβαλε, όμως, τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου του έτους 2011 και για το λόγο αυτό οι ενάγοντες με την από 26.4.2011 εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία μίσθωσης και πρόσκληση, που επιδόθηκε στη μισθώτρια στις 29.4.2011 κατήγγειλαν την ένδικη σύμβαση μισθώσεως και ζήτησαν να τους καταβάλει η τελευταία το ποσό των (550 x 3 =) 1650 ευρώ για τα άνω μισθώματα, καθώς και το ποσό των 153 ευρώ για τα έξοδα της καταγγελίας. Η μισθώτρια δεν κατέβαλε εμπροθέσμως, ήτοι εντός μηνός, τα ανωτέρω ποσά στους ενάγοντες και έτσι η επίδικη μίσθωση έληξε στις 30.5.2011. Συνεπώς, το εναγόμενο ΝΠΙΔ, ευθυνόμενο, κατά τα προαναφερθέντα, αλληλεγγύως με την μισθώτρια, οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα μισθώματα των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου του έτους 2011, συνολικού ποσού (550 ευρώ x 4 μήνες =) 2.200 ευρώ, καθώς και το άνω ποσό των 153 ευρώ για τα έξοδα της καταγγελίας, ήτοι συνολικά οφείλει το ποσό των (2.200 + 153 =) 2.353 ευρώ.

Περαιτέρω, από τα ίδια, πιο πάνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, από την, κατά τα ανωτέρω, λύση της επιδίκου συμβάσεως μισθώσεως, στις 30.5.2011, μέχρι τη συμβατική λήξη αυτής στις 31.5.2012, το μίσθιο των εναγόντων, παρά τις προσπάθειές τους, δεν κατέστη δυνατό να εκμισθωθεί σε νέο μισθωτή και παρέμεινε κενό για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να απωλέσουν εξαιτίας της ανωτέρας πρόωρης λύσης της μίσθωσης, τα μισθώματα του υπόλοιπου χρόνου αυτής, ήτοι μέχρι τις 31.5.2012. Τα παραπάνω προκύπτουν από την υπ’ αριθ. .../30.5.2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα των εναγόντων Ε.Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, η κατάθεση της οποίας έχει ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα εν προκειμένου, καθόσον αυτή είναι μεσίτρια, στην οποία οι ενάγοντες είχαν αναθέσει από τα μέσα του μηνός Ιουνίου του έτους 2011 την ανεύρεση νέου μισθωτή για το ως άνω ακίνητό τους. Κατά συνέπεια η «Ο.» οφείλει στους ενάγοντες, ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη τους, τα μισθώματα δώδεκα (12) μηνών (από 30.5.2011 έως 31.5.2012), ήτοι το συνολικό ποσό των (550 ευρώ το μίσθωμα x 6% η συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή x 12 μήνες =) 6.984 ευρώ.

Η ένσταση, που πρόβαλε παραδεκτά το εναγόμενο Κ., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, αλλά και με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπροθέσμως στο ανωτέρω Δικαστήριο, επαναφέρει δε με σχετικό λόγο έφεσης και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, όσον αφορά στο ανωτέρω ποσό των 6.984 ευρώ, είναι παντελώς αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως (άρθρα 262 και 216 ΚΠολΔ) , διότι δεν εκτίθενται, για το ορισμένο αυτής, περιστατικά που συγκροτούν την επικαλούμενη από το εναγόμενο κατάχρηση και δη συμπεριφορά των εναγόντων, η οποία να δημιούργησε σ’ αυτό εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το άνω δικαίωμά τους, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του με επαχθείς συνέπειες για το ίδιο (εναγόμενο) να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει τα όρια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 2102/2007 ΕλλΔνη 2008,424, ΑΠ 1516/2008 ΝοΒ 2009,917, AΠ 1029/2006 ΕλλΔνη 2009,462).

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η συνολική οφειλή του εναγομένου προς τους ενάγοντες από τις πιο πάνω αιτίες, ανέρχεται στο ποσό των (2.353 + 6.984 =) 9.337 ευρώ. Από το ποσό όμως αυτό πρέπει να αφαιρεθεί ποσό 672 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η πιο πάνω μισθώτρια στη ΔΕΗ με το λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, ως έκτακτο ειδικό τέλος ακινήτων, συμψηφιζομένου του ποσού αυτού, κατά το άρθρο 53 παρ. 12 του Ν 4021/2011, αυτοδικαίως και άνευ ετέρου με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα. Επομένως, η συνολική οφειλή του εναγομένου ανέρχεται μετά ταύτα, στο ποσό των (9.337 - 672 =) 8.665 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκανε εν μέρει δεκτή την προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού για το άνω ποσό των 672 ευρώ και απέρριψε την επικουρικώς ασκηθείσα ανταγωγή, στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες, διαιρετά και κατ’ ισομοιρία σε καθένα το ποσό των 8.665 ευρώ, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβασίμως υποστηρίζει το εκκαλούν με την υπό κρίση έφεσή του. Σημειωτέον ότι η μνημονευόμενη στο εφετήριο διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση, διότι η εφαρμογή αυτής (διάταξης) προϋποθέτει απαραιτήτως παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης ή τη λύση αυτής (ΑΠ 212/2000 ΕλλΔνη 2000,755, ΑΠ 1512/2000 ΕλλΔνη 42,1327, ΕφΘεσ 104/2007 Αρμ 2007,1176), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω», αφού στις 10 Ιουνίου 2011 η μισθώτρια παρέδωσε την κατοχή (και τα κλειδιά) του μισθίου ακινήτου στους ενάγοντες - εκμισθωτές, συνταχθέντος και του με την ίδια ημερομηνία πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής μισθίου. Επομένως, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί το εκκαλούν, εξαιτίας της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). [...]

Πηγή: nbonline.gr

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014 12:52

Διατροφή ανήλικου τέκνου

Γράφτηκε από τον

ΑΠΟΦΑΣΗ 11/ΔΙ/2012

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ

Δικηγόρος Φωτεινή Κύρτσιου

Αντικείμενο: Διατροφή ανήλικου τέκνου

Πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, ηλικίας εννέα ετών, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα και μητέρα του ανηλίκου τέκνου υπό την ιδιότητά της ως ασκούσης αποκλειστικά την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου ως συνεισφορά για την τακτική διατροφή του το ποσό των 450,00 ευρώ μηνιαίως.

 

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014 12:43

Διατροφή ανήλικων τέκνων

Γράφτηκε από τον

ΑΠΟΦΑΣΗ 28/ΔΙ/2011

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ

Δικηγόρος Φωτεινή Κύρτσιου

Αντικείμενο: Διατροφή ανήλικων τέκνων

Πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, ηλικίας 15 ετών και 13 ετών, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα και μητέρα των ανηλίκων τέκνων υπό την ιδιότητά της ως ασκούσης αποκλειστικά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων ως συνεισφορά για την τακτική διατροφή τους το ποσό των 490,00 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο τέκνο και 380,00 ευρώ μηνιαίως για το δεύτερο τέκνο. Κρίθηκε ότι τα εισοδήματα του συζύγου δεν είναι αυτά που προκύπτουν από τις δηλώσεις φόρου αλλά αυτά που προκύπτουν από την επαγγελματική δραστηριότητα, τον κύκλο εργασιών αυτής, το χρόνο άσκησης της, την απασχόλησης σ’ αυτήν προσωπικού κλπ.

Σελίδα 1 από 2

Επικοινωνήστε μαζί μας

Η έγκαιρη και έγκυρη νομική βοήθεια αποφέρει τα ίδια αποτελέσματα με την αντίστοιχη ιατρική βοήθεια: Μπορεί να σας διαφυλάξει από δυσάρεστες καταστάσεις και διόγκωση του προβλήματος σας.
Στο σταθερό και κινητό τηλέφωνο ή στο e-mail είμαστε στη διάθεσή σας να μοιραστούμε το ζήτημα σας, παρέχοντας την κατάλληλη νομική υποστήριξη με έμπειρους και εξειδικευμένους συνεργάτες.
Στείλτε μας ένα email με συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης σας και θα λάβετε απάντηση από το συνεργάτη που θα αναλάβει τη διεκπεραίωσή της.